Βιώνουμε καθημερινά εκδηλώσεις βλακείας που δείχνουν ότι η νόσος έχει πάρει πλέον διαστάσεις πανδημίας. Ακούς και υφίστασαι τις συνέπειες σωρείας ανοησιών, ασυναρτησιών, ψεμάτων από πολιτικούς, δημοσιογράφους, καλλιτέχνες, επιστήμονες, ακόμα και από ανθρώπους που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν την πνευματική ελίτ του τόπου, οδηγώντας μας στον μηδενισμό και την απελπισία που αυτός προκαλεί. Δεν ξέρω αν το ίδιο ισχύει και σε άλλες χώρες∙ φοβάμαι όμως ότι έχει λάβει παγκόσμιες διαστάσεις αν αναλογιστεί κανείς ότι οδεύουμε με βεβαιότητα στον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο που ως αιτία του δεν θα έχει μόνο τον ιμπεριαλισμό, την καπιταλιστική απληστία και τον γεωπολιτικό μαξιμαλισμό, αλλά κυρίως (αν συναρτήσουμε το διακύβευμα με την ακατανόητη άγνοια κινδύνου) το παράλογο πείσμα των προσώπων που κυβερνούν τον κόσμο. Και όμως αυτοί οι καταστροφικοί τύποι κρατούν τις τύχες μας στα χέρια τους, ενώ την ίδια στιγμή οι πολίτες παραμένουν απαθείς μέχρι βλακείας.
Και εδώ βρίσκεται το παράλογο∙ οι ηγέτες αυτοί εκλέγονται, είναι νομιμοποιημένοι από την πλειοψηφία των πολιτών των χωρών τους. Αν λοιπόν δούμε τη μεγάλη εικόνα και τις εκ του αποτελέσματος δυσμενείς συνέπειες στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, σε πολλές χώρες έχεις την αίσθηση ότι κοινωνιοπαθείς κυβερνούν ηλίθιους. Πώς αλλιώς θα χαρακτήριζες κάποιους ηγέτες που βασίζουν την εξουσία τους στην ίντριγκα, στην απατηλή γοητεία τους τη φτιαγμένη από συμβούλους επικοινωνίας, στη χρήση ανέντιμων μέσων χειραγώγησης, σε παρακολουθήσεις των πολιτών τους, σε αυταρχικές πολιτικές; Και πώς αλλιώς θα χαρακτήριζες εκτός από ηλίθιους αυτούς που τους εμπιστεύονται; Υπό άλλες συνθήκες, αν για παράδειγμα η παιδεία δεν βρισκόταν στο χειρότερο επίπεδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αν η ποιότητα της πολιτικής και η συμμετοχικότητα των πολιτών στα κοινά καθώς και ο ιδεολογικός προβληματισμός δεν βρίσκονταν στα Τάρταρα, αν η μεταξύ των λαών σχέση ήταν συνεργατική και όχι ανταγωνιστική, αν…, αν…, οι άνθρωποι αυτοί θα έπαιζαν βιντεοπαιχνίδια στο σαλόνι τους και θα μας είχαν αφήσει στην ηρεμία μας. Και όλα αυτά συγκλίνουν στο γεγονός της επικράτησης του φαινομένου που κάποιοι ονομάζουν βλακοκρατία (idiocracy). Βλακοκρατία όμως σημαίνει ότι οι βλάκες έχουν επικρατήσει. Αλλά αυτό, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω, δεν είναι αληθές.
Δεν έχουμε «βλακοκρατία», αλλά το αντίθετο. Εχουμε «πονηροκρατία». Αν δεχτούμε (και γιατί να μην το δεχτούμε άλλωστε αφού είναι πασιφανές) ότι ναι μεν ο αριθμός των ηλιθίων όπως έλεγε ο Σιμωνίδης ο Κείος είναι άπειρος, όμως με δεδομένο ότι το παγκόσμιο σύστημα διακυβέρνησης σε όλα τα επίπεδα, από το πολίτευμα μέχρι την οικονομία, είναι ακραιφνώς ολιγαρχικό, τότε συνάγεται ότι δεν διοικούν οι πολλοί βλάκες, αλλά οι λίγοι επιτήδειοι που έχουν την ικανότητα να συμπεριφέρονται ως βλάκες ώστε να διατηρούν διαύλους επικοινωνίας με τους κατά τα άλλα εύπιστους ιδιώτες που αποτελούν την παντός είδους (κομματική, ιδεολογική, γνωσιακή, καταναλωτική) πελατεία τους. Για παράδειγμα δεν μπορείς να πεις βλάκα αυτόν που σου λέει τη μια μέρα ότι οι σιδηρόδρομοι είναι ασφαλείς και την άλλη, ενώ έχουν χαθεί ζωές από την, μπορεί και σκόπιμη, αμέλειά του, αυτός να ξαναθέτει υποψηφιότητα για βουλευτής, θεωρώντας ότι τα μυξοκλάματα και η δήθεν συντριβή του είναι καλή δικαιολογία που θα συγκινήσει τους αφελείς∙ θα τον πεις πονηρό υποκριτή. Βλάκα όμως θα έχεις κάθε λόγο να πεις τον ανθρωπάκο που, χωρίς να έχει οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον από την επανεκλογή του πονηρού, τον ξαναψηφίζει.
Το παράδοξο δεν είναι η βλακεία, αυτή ενδημεί αρχαιόθεν και τον τίτλο του βλάκα όλοι τον έχουμε απονείμει σε άλλους, οι δε έχοντες ψήγμα αυτογνωσίας κάποιες φορές και στον εαυτό μας∙ παράδοξο είναι το γεγονός ότι τα λεγόμενα αυτών που δήθεν αναγνωρίζουν και καταγγέλλουν τη βλακοκρατία, δηλαδή την άποψη ότι μας κυβερνούν βλάκες, ενώ ξέρουν ότι οι ηγέτες μας όχι μόνο βλάκες δεν είναι αλλά πολυμήχανοι και επιτήδειοι εξουσιομανείς, καταδεικνύουν ότι μεγάλος αριθμός αυτών αποτελεί οιονεί μέρος της. Απλώς αντιπολιτεύονται τη βλακοκρατία ως μια μορφή εξουσίας την οποία κατά βάθος διεκδικούν για τους εαυτούς τους και, όπως θα έλεγε και ένας γνωστός παμπόνηρος, τη «λιγουρεύονται». Είναι σαν το «παράδοξο» ενός ευφυέστατου Κρητικού του 7ου αιώνα π.Χ., του Επιμενίδη, που φτάνοντας από τη Φαιστό στον Πειραιά είπε «Κρήτες αεί ψεύσται», αφήνοντας τους αφελείς Αθηναίους να σπάζουν το κεφάλι τους προσπαθώντας να καταλάβουν αν κάποιοι Κρητικοί, ακόμα και στις μέρες μας, τους αραδιάζουν ψέματα λέγοντας την αλήθεια ή αλήθειες λέγοντας ψέματα.
*Νομικός, συγγραφέας
