Αν η δημιουργία είναι ex nihilo διεργασία σύμφωνα με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, μία εκ του μηδενός ή εκ του κενού πυροδότηση, τότε δεν είναι τυχαία η «αιφνίδια» έναρξη του μυθιστορήματος του Γιώργου Συμπάρδη μέσα από μία σκοτεινή εικόνα ιδιαίτερων, απόκρυφων χώρων της πλατείας Κλαυθμώνος, που φωτίζονται αργά, με το πλάνο ολοένα να ανοίγει, παρ’ όλο που νύχτα και μαύρο σκοτάδι επικρατούν και μία διάχυτη σεξουαλική διάθεση, ορμές εφήβου στα όρια της ενηλικίωσης, που μεταφέρονται, ξυπνούν, αναπαριστάνονται με τη φρεσκάδα των πρώτων βιωμάτων ενός κυρίαρχα ζωτικού και αισθαντικού πεζογράφου. Οσο κι αν το έργο του τείνει να χαρακτηρίζεται από τους κριτικούς ως νεορεαλισμός, θα τολμούσα να πω πως οι αναλυτικές και προσεγμένες στον πόντο και στη λεπτομέρεια περιγραφές είναι ένας τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας επιλέγει το τι πραγματικά θα μας φανερώσει, τι θα φωτίσει και τι θα αφήσει πίσω στο σκοτάδι. Μύστης στο τελετουργικό του λόγου ο συγγραφέας, όχι μόνο γιατί οι γλωσσολογικά άρτιες περιγραφές του γοητεύουν. Κυρίαρχα γιατί αποκρύπτει με έναν μυστηριακό τρόπο τον θεματικό πυρήνα του έργου του, δηγώντας τον αναγνώστη να διατρέξει τούτο το πεζογράφημα ψάχνοντας για την αιτιότητα, για τη λογική μέσα από τις συνδέσεις, ώστε να ανακαλύψει την κρυμμένη αλήθεια. Η τέχνη είναι άλλωστε ένα αίνιγμα σύμφωνα με τον Αντόρνο. Η μαγεία στον Συμπάρδη βρίσκεται σε αυτήν τη διαρκή, τη ζυγισμένη κάθε στιγμή αμφίρροπη δίνη ανάμεσα στην ανοιχτή δημόσια εξομολόγηση και στο ανείπωτο, στο άρρητο.
Ο Συμπάρδης είναι μυστηριακός και μυσταγωγικός, με καταγωγή από την Ελευσίνα. Ασυνείδητα προκύπτει ένας παραλληλισμός, μια και αρκετές οι περιγραφές των γυναικών, μεγαλοπρεπείς γυναίκες, χειραφετημένες, που το ανδρικό φύλο δίπλα τους μοιάζει απλώς συνοδευτικό –και αλλού εξευτελίζεται–, που έχει να κάνει με το κυρίαρχο δίπολο μάνα και κόρη, μάνα-ιέρεια, εξιδανικευμένη, και κόρη-ερωμένη, με μία τραγικότητα. Ενας παραλληλισμός με το δίπολο Δήμητρα – Περσεφόνη, τις δύο θεές, μητέρα και κόρη των Ελευσίνιων Μυστηρίων, που μπορεί να είναι και μία με δύο υποστάσεις μέσα στις αέναες μεταμορφώσεις του αρχαίου μύθου (στην Πλατεία Κλαυθμώνος τις θέσεις αυτές κατέχουν η μητέρα Αλίκη και η μικρή Μιμή). Οι προσωπογραφίες γυναικών του Συμπάρδη είναι αριστοτεχνικές, συγκροτούν δομικούς άξονες σε όλα τα έργα του. Δεν εντοπίζουμε εύκολα στην πεζογραφία τέτοιες περιγραφές γυναικείων προσώπων. Στη Μαντάμ Μποβαρί του Φλομπέρ η γυναίκα είναι τσαλακωμένη, καταπιεσμένη.
Στον Συμπάρδη, οι γυναικείες μορφές είναι παντοδύναμες, δωρικές, αρχετυπικές, με έντονο ερωτισμό. Η μητέρα Αλίκη, η δυνάμει ερωμένη του η Μιμή, όπως και άλλες, η Λιάνα, η θεία του Βέργου η κυρία Χάρη, αποτυπώνονται με τη μορφή πορτρέτων από έναν τρόπον τινά «ζωγράφο» που μπορεί να αναδείξει την κάθε λεπτομέρεια του προσώπου τους, αλλά ταυτόχρονα να αποτυπώσει με εξπρεσιονιστικό τρόπο όλες τις διακυμάνσεις των συναισθημάτων τους πάνω στην κινηματική των εκφράσεων του προσώπου. Στο κοντινό πλάνο ο Γ. Συμπάρδης ζωγραφίζει, σχεδιάζει· στα μακρινά του πλάνα «κινηματογραφεί» με μία υποβόσκουσα διάθεση δράσης και μυστηρίου μαζί. Η πλατεία Κλαυθμώνος μοιάζει να είναι ο θεματικός πυρήνας, η βάση, ένα κεντρικό μοτίβο, ένα αφηγηματικό εύρημα, κάτι που επαναλαμβάνεται με τη δριμύτητα του τραυματικού, ένας τόπος επιστροφής, ένα πέρασμα, η «έλευσις» (εξ ου και Ελευσίνια Μυστήρια). Ολα μοιάζουν καθαρά, στο φως, και ερμηνεύσιμα όσο απομακρυνόμαστε από αυτή, δηλαδή σε έναν περιφερικό μεγάλο ανοιχτό ομόκεντρο κύκλο.
Ακολουθώντας την ιερά οδό της αφήγησης και πλησιάζοντας στον πυρήνα, στην ιερουργία του μυθιστορήματος, έρχεται αυτομάτως η νύχτα και το ανείπωτο βίωμα που κατά κάποιο τρόπο ο συγγραφέας το μαρτυράει, το μοιράζεται με τον αναγνώστη και μόνο με αυτόν, ούτε καν με τον εαυτό του· πρώτα με τον αναγνώστη –τον καθιστά συνένοχο– θέλοντας να απενοχοποιηθεί ο ίδιος. Η τέχνη δεν είναι άλλωστε φορέας της κοινωνικής ενοχής;
Ο συγγραφέας καταβυθίζεται στο παρελθόν της οικογένειας του πρωταγωνιστή του. Οι αφηγηματικές ιστορίες ολοκληρώνονται μέσα σε σύντομα κεφάλαια. Ιστορίες από το βυθισμένο υπογάστριο της Αθήνας, φράση που συναντά ο αναγνώστης στις σελίδες του βιβλίου, όπου στους δρόμους του κέντρου της Αθήνας περιφέρεται ως πρωτοετής φοιτητής της νομικής με το ξεκίνημα του πραξικοπήματος της χούντας. Η λογοτεχνική ατμόσφαιρα στην Πλατεία Κλαυθμώνος είναι συναισθηματική, έντονα ψυχολογική, ψυχαναλυτική –με κυρίαρχο το τραυματικό και το ένοχο στοιχείο, το φανερό και το κρυμμένο, το εξομολογητικό και το ανομολόγητο– και όλα μοιάζουν να αναζητούν ένα νόημα μέσα στη ρευστότητά τους, σε ένα περιβάλλον μεταμορφώσεων, όπου η ανθρώπινη ύπαρξη βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση του πεπρωμένου της.
* Γιατρός, συγγραφέας, υπ. διδάκτορας της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (Τμήμα Εικαστικών Τεχνών & Επιστημών της Τέχνης)
ℹ️ Τη σελίδα αυτή δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο [email protected]
