Ορισμένες πρώιμες σκέψεις από την 11μηνη περιπέτεια Κασσελάκη.
Πρώτον: η τυφλή αναζήτηση του «νέου», του «καινούργιου», δεν είναι πανάκεια. Αρκεί να αναρωτηθεί κανείς το εξής: αν ο κ. Κασσελάκης βάλει εκ νέου υποψηφιότητα, θα εκπροσωπεί το «νέο»;
Δεύτερον: παρά το αιφνιδιαστικό, ανηλεές χτύπημα που κατάφεραν οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ (μέλη, φίλοι και άλλοι που ψήφισαν για γούστο) στο ίδιο τους το κόμμα, το κόμμα άντεξε και επικράτησε, έστω βαριά λαβωμένο. Παρά τη φανερή δυσπιστία όχι μόνο των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά όλου του εκλογικού σώματος προς τα κόμματα, αποδεικνύεται ότι αυτά είναι ακόμα «πολύ σκληρά για να πεθάνουν». Αν μη τι άλλο, γιατί δεν έχει βρεθεί κάτι άλλο να τα αντικαταστήσει.
Τρίτον: υπό κανονικές συνθήκες η αναζήτηση του νέου γίνεται μέσα από το κόμμα. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, μοναδική περίπτωση μεταπολιτευτικά πολιτικού που ήρθε από άλλον χώρο και έγινε αρχηγός κόμματος (και πρωθυπουργός) ήταν, όταν μπήκε στη Ν.Δ., βουλευτής ήδη 30 χρόνια, τον υποδέχτηκε ο ιδρυτής της μετά βαΐων και κλάδων και ψηφίστηκε αρχηγός 6 χρόνια μετά την ένταξή του. Ο Αλέξης Τσίπρας, πριν εκλεγεί πρόεδρος του Συνασπισμού, είχε διατελέσει πρόεδρος της Νεολαίας του και ήταν και υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων με το ίδιο κόμμα. Τον πρότεινε προσωπικά ο τότε ηγέτης του κόμματος Αλέκος Αλαβάνος, ο οποίος βέβαια δεν έψαχνε άγνωστα νέα φιντάνια σε άλλους χώρους, ούτε CEO από την αγορά.
Τέταρτον: αν οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ θεωρούν ότι κανένα υπάρχον στέλεχος δεν είναι ικανό να ηγηθεί, αναρωτιέται κανείς γιατί παραμένουν στο κόμμα αυτό.
Πέμπτον: παρ’ όλα αυτά, η συμπεριφορά ετούτη των ψηφοφόρων σημαίνει ότι υπάρχει ένα θεμελιώδες πρόβλημα στο κόμμα: δεν εισακούγονται ή θεωρούν ότι δεν εισακούγονται. Και στις δύο περιπτώσεις η βασική ευθύνη είναι της ηγετικής ομάδας που δεν έχει καταφέρει να οργανώσει τη συζήτηση, να πείσει ότι δρα συλλογικά κ.λπ.
Εκτον: αν υποτεθεί ότι στην Αριστερά αναζητείται μια ακραιφνώς ιδεολογική συγκολλητική ουσία, τότε θα πρέπει όλοι, βάση και στελέχη, να αναμετρηθούν με τη δύσκολη ανηφόρα της δημοκρατίας.
Η κρίση στον ΣΥΡΙΖΑ είναι εν τέλει προϊόν μιας διπλής παρεξήγησης: από τη μια μεριά τα μέλη θεωρούν ότι τα υψηλόβαθμα στελέχη της κομματικής πυραμίδας είναι εμπόδια, ενδεχομένως μάλιστα υπονομευτές, από την άλλη τα μεσαία και ανώτερα στελέχη δεν θεωρούν απαραίτητη -ή θεωρούν δύσκολη- την πραγματικά δημιουργική και ισότιμη συμμετοχή των απλών μελών. Ομως στο υπάρχον πυραμιδικό κομματικό σύστημα, έστω και απαξιωμένο όπως είναι, τίποτα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τη στοιχειώδη συμμετοχή όλων. Σε κανένα κόμμα.
Τελικό συμπέρασμα δεν υπάρχει. Η πιθανότητα τα μέλη να συνεχίσουν τη βεντέτα ψηφίζοντας κάποιον άλλο νεότευκτο και απροσδιόριστο υποψήφιο είναι υπαρκτή. Βέβαια το δις εξαμαρτείν ου λαού σοφού. Τα δε στελέχη, που αυτοπαγιδεύτηκαν με τρόπο αδιανόητο, γκροτέσκο και βέβαια πρωτοφανή στην πολιτική ιστορία οδηγούμενα σε διάσπαση και διάλυση, θα πρέπει να αποδείξουν από την αρχή τα πάντα.
