Τίτλοι τέλους μπήκαν από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων στην υπόθεση διαφθοράς του παράνομου εκσυγχρονισμού των 6 φρεγατών του Πολεμικού Ναυτικού με πρωταγωνιστή και βασικό κατηγορούμενο τον πρώην υπουργό του ΠΑΣΟΚ Γιάννο Παπαντωνίου. Στο εδώλιο βρίσκονταν τους τελευταίους οκτώ μήνες -εκτός από τον κ. Παπαντωνίου- η σύζυγός του, Σταυρούλα Κουράκη, και ο στενός τους φίλος, Ανδρέας Μπάρδης.
Για την υπόθεση αυτή, που ήταν μία ψηφίδα στο μεγαλύτερο -διεθνών διαστάσεων- σκάνδαλο Thales, του γαλλικού κολοσσού στον τομέα της αεροναυτιλίας, ο Γιάννος Παπαντωνίου και η σύζυγός του είχαν οδηγηθεί στη φυλακή το 2018, για μίζα ύψους 2,8 εκατομμυρίων ελβετικών φράγκων που, σύμφωνα με την ογκωδέστατη δικογραφία που είχε σχηματιστεί, έλαβε ο πρώην υπουργός μαζί με τη σύζυγό του από τη γαλλική εταιρεία για τον -πανάκριβο πλην μάταιο- «εκσυγχρονισμό» έξι φρεγατών του Πολεμικού Ναυτικού το 2003. Εντέλει, χθες, και οι τρεις κατηγορούμενοι κρίθηκαν αθώοι από τους δικαστές.
Παρά την αντίθετη εισήγηση του εισαγγελέα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, Ανδρέα Σπηλιώτη, οι δικαστές κήρυξαν αθώους όλους τους κατηγορουμένους για τα κακουργήματα του ξεπλύματος βρόμικου χρήματος κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση και της συνδρομής σε απιστία. Πώς φτάσαμε στην αθώωση; Το δικαστήριο έκρινε πως τα δύο βασικά αδικήματα, της δωροδοκίας και της απιστίας, τα οποία έχουν μεν παραγραφεί, αλλά εξετάστηκαν από το δικαστήριο, δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν και έτσι επήλθε η απαλλαγή λόγω αμφιβολιών. Συμπαρασύροντας και το βασικό αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, δηλαδή του ξεπλύματος βρόμικου χρήματος.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, ο Γιάννος Παπαντωνίου ήταν εκείνος που έλαβε ελβετικά φράγκα ως δώρο για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του αναδόχου του έργου, ενώ το ξέπλυμα πραγματοποιήθηκε σε τρεις χώρες, Ελλάδα, Ελβετία και Λίχτενσταϊν. Η κατηγορία αφορούσε συνολικά το ποσό των 2,8 εκατομμυρίων φράγκων, ωστόσο οι εκτιμήσεις των δικαστικών αρχών που παρέπεμψαν τον υπουργό σε δίκη ήταν πως το επίμαχο ποσό αποτελεί μόνο ένα μέρος μιας υπέρογκης «αμοιβής» που ξεπερνούσε τα 4 εκατομμύρια φράγκα. Μάλιστα, ο Ανδρέας Μπάρδης είχε παραδεχτεί στην απολογία του ενώπιον των ανακριτικών αρχών ότι το 2002 και το 2003 έβγαλε στην Ελβετία 2,5 εκατ. ευρώ για λογαριασμό του πρώην υπουργού, υποστηρίζοντας όμως σε ό,τι αφορά τον ίδιο πως δεν γνώριζε την προέλευση των χρημάτων.
Η αντίθετη εισαγγελική πρόταση
Οι εφέτες διαφώνησαν με την εισήγηση του εισαγγελέα της έδρας, Ανδρέα Σπηλιώτη. Ο ίδιος τόνιζε πως η ροή του χρήματος ήταν εκείνη που μαρτύρησε τη μίζα, προτείνοντας την ενοχή των τριών κατηγορουμένων. Συγκεκριμένα περιέγραφε πως εκτυλισσόταν με τον εξής τρόπο: το ζεύγος Παπαντωνίου παρέδιδε μετρητά στον συγκατηγορούμενό τους Αν. Μπάρδη, ο οποίος στη συνέχεια τα κατέθετε σε ελληνικό δικό του λογαριασμό. Ο τελευταίος μετέφερε τα χρήματα σε ελβετικό λογαριασμό στο όνομά του, από όπου γινόταν η διακίνησή τους. Ο επιχειρηματίας, άλλωστε, έχει παραδεχτεί πως εξυπηρέτησε τον πρώην υπουργό, διακινώντας το επίμαχο διάστημα συνολικά 2,5 εκατομμύρια ευρώ εκτός Ελλάδας.
«Αυτά τα λεφτά έπρεπε να αποκτήσουν μια νομιμοφάνεια, γι’ αυτό έγινε επένδυση σε ένα ομόλογο», τόνιζε ο εισαγγελέας, εξηγώντας: «Αυτό σημαίνει ότι, σε πρώτο επίπεδο, παρέδωσε τα αναφερόμενα ποσά στον κύριο Μπάρδη που τα μετέφερε διαδοχικά μέσω τράπεζας στην τράπεζα UBS και στη συνέχεια το ποσό αυτό επενδύθηκε σε ένα ομόλογο, που είχε τον ρόλο του ξεπλύματος. Με τη ρευστοποίηση του ομολόγου θα αιτιολογούσε το χρήμα».
