Το ότι η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων προκάλεσε μεγάλες συζητήσεις είναι από μόνο του σημαντικό. Μιλάμε κυρίως για τις συζητήσεις με πολιτικά χαρακτηριστικά τις οποίες προκάλεσε, θυμίζοντας ότι όσο και αν λέμε ότι ο πολιτισμός γενικά ενώνει, δεν παύει να έχει στενή σχέση με την πολιτική και ενίοτε να διχάζει.
Σε αυτό το πεδίο τα δύο πιο σοκαριστικά, για πολλούς, στιγμιότυπα, ήταν το κομμένο κεφάλι της Μαρίας Αντουανέτας και η παρωδία του Μυστικού Δείπνου. Ο σκηνοθέτης Τομά Ζολί είπε ότι δεν ήθελε να σοκάρει κανέναν, στην ουσία είπε ότι παρουσίασε μια εικόνα της Γαλλίας τόσο του παρελθόντος όσο και του παρόντος. Και είναι αλήθεια ότι έκανε μια εξιστόρηση της πορείας της, περνώντας αρχικά από κλισέ, όπως το κρουασάν και ο μπερές, στη σημερινή Γαλλία των τραγουδιστών των προαστίων που «δεν μιλούν καλά γαλλικά», όπως η Αγιά Νακαμουρά, και της πολιτισμικής και σεξουαλικής πολυμορφίας. Λογικό ήταν να διχάσει αυτό και, βέβαια, το πράγμα δεν είναι μόνο αισθητικής φύσης.
Οσοι θεωρούν ότι ο πολιτισμός δεν έχει πολιτικά γνωρίσματα καλό θα ήταν να σκεφτούν τι θα περιείχε μια παρουσίαση της Γαλλίας αν στη θέση του κεντρώου Μακρόν και της σοσιαλίστριας δημάρχου του Παρισιού, της Ινταλγκό, ήταν άνθρωποι του κόμματος της Λεπέν. Μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι στη θέση της ακέφαλης Μαρίας Αντουανέτας θα ήταν η φλεγόμενη Ζαν ντ’ Αρκ, καθώς και σημαντικοί βασιλείς και στρατηγοί του παρελθόντος, ακόμα χειρότερα στη θέση της δημοφιλούς τραγουδίστριας των προαστίων μπορεί να ήταν Αφρικανοί στη χώρα τους που «εκπολιτίζονται» από τους Γάλλους αποικιοκράτες κ.ο.κ. Σε κάθε περίπτωση θα επρόκειτο για προβολή «παραδοσιακών» αξιών σε σχέση με αυτό που είδαμε να εκπροσωπεί «μοντέρνες» αξίες.
Είναι ενδιαφέρον πάντως ότι περισσότερο από την ακέφαλη Αντουανέτα κάποιοι σοκαρίστηκαν από το λεγόμενο «Μυστικό Δείπνο». Και αυτό παρ’ όλο που λέγεται ότι το στιγμιότυπο δεν ήταν εμπνευσμένο τόσο από τον πίνακα του Ντα Βίντσι όσο από άλλα έργα, όπως το «Συμπόσιο των θεών» του Γιαν φαν Μπέιλερτ (ενώ για το κεφάλι της Μαρίας Αντουανέτας δεν χωράει καμία αμφισβήτηση). Είτε το ήθελε είτε όχι ο Ζολί, θύμισε με σοκαριστικό τρόπο ότι ενώ η πολιτική εξουσία βασίζεται στην ισχύ -η οποία σε σπάνιες περιπτώσεις στην Ιστορία, κυρίως μεγάλου αυταρχισμού, ανατρέπεται και πάλι με ισχύ, κατά κανόνα με άγριο τρόπο-, η θρησκευτική εξουσία είναι πανίσχυρη γιατί βασίζεται στον σεβασμό και στον φόβο. Οπότε οι όποιες απόπειρες ανατροπής της γίνονται με βλασφημία, κάτι που η Γαλλία θεωρεί δικαίωμα και που, λ.χ., το Charlie Hebdo το έχει πληρώσει με αίμα.
Ζούμε σε μια παράξενη εποχή: ο σοσιαλιστικός λόγος λ.χ. του Ανδρέα Παπανδρέου σήμερα θα θεωρούνταν «ακραίος», εντούτοις ένα κομμάτι του Κέντρου βγαίνει μπροστά σε ζητήματα δικαιωμάτων που και για τον Παπανδρέου θα ήταν «ακραία». Ο Ζολί θύμισε ότι η Γαλλία, έστω και διχασμένη, αντέχει ακόμα να μιλάει και για τα δύο.
-980x552.jpg)