Οι λανθασμένες πολιτικές που ακολουθήθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης της ευρωζώνης οδήγησαν 24 εκατομμύρια πολίτες της Ε.Ε.-28 στην ανεργία. Από αυτούς, 16 εκατ. σε μακροχρόνια ανεργία. Παρά την ανάκαμψη και τις θετικές προσπάθειες πολιτικής που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια, το πρόβλημα εξακολουθεί να ταλανίζει εκατομμύρια, με το ποσοστό των ανέργων που είναι μακροχρόνια άνεργοι, δηλαδή για περισσότερους από 12 μήνες, να είναι της τάξης του 40%-55%.
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα τελευταία δημοσιοποιημένα στοιχεία της ΔΥΠΑ (πρώην ΟΑΕΔ), το σύνολο των εγγεγραμμένων ανέργων για τον μήνα Απρίλιο 2024 ανήλθε σε 871.314 άτομα. Από αυτά, 464.027 άτομα (ποσοστό 53,3%) είναι εγγεγραμμένα στο μητρώο της ΔΥΠΑ για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 12 μηνών. Αντίστοιχα, για τον Φεβρουάριο 2024 το σύνολο των εγγεγραμμένων ανέργων υπολογίζεται σε 1.017.056 άτομα και εξ αυτών 489.529 (ποσοστό 48,1%) ήταν σε καθεστώς μακροχρόνιας ανεργίας.
Πρόσφατα συμπεράσματα, βασισμένα στις στατιστικές της Ε.Ε. (EU-SILC 2022), επιβεβαιώνουν ότι το εργασιακό καθεστώς είναι ένα από τα κύρια κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά που επηρέασε τον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού. Ενώ ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην Ε.Ε. καταγραφόταν στο 11,1% για τους μισθωτούς και σε 19,1% για τους συνταξιούχους, έπληττε σχεδόν τα 2/3 των ανέργων.
Στην Ε.Ε. διακρίνονται δύο συνυπάρχοντα πλαίσια αναφοράς που σκιαγραφούν σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές για την αντιμετώπιση της (επαν)ένταξης στην αγορά εργασίας.
Πρώτον, ένα πλαίσιο «ενεργοποίησης», το οποίο έχει τις ρίζες του στην Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Απασχόληση από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, και καθορίζεται από τον στόχο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση (1992), η οποία ορίζει ότι η Ε.Ε. και τα κράτη-μέλη οφείλουν «να εργαστούν για την ανάπτυξη συντονισμένης στρατηγικής για την απασχόληση και ειδικότερα για την προώθηση ενός ειδικευμένου, εκπαιδευμένου και προσαρμόσιμου εργατικού δυναμικού και αγορών εργασίας που ανταποκρίνονται στις οικονομικές αλλαγές» (άρθρο 145). Εδώ, ο στόχος, και συνεπώς η υποχρέωση του κράτους έγκειται στη διασφάλιση της ποιότητας του εργατικού δυναμικού ώστε, κατά το μέτρο του δυνατού, να υπάρχει ισότητα ευκαιριών πρόσβασης στην εργασία.
Το αποτέλεσμα, όμως, δηλαδή το αν οι διαθέσιμες θέσεις επαρκούν για όσους/ες αναζητούν εργασία, κρίνεται από τις οικονομικές συνθήκες και σε τελική ανάλυση τον καθοριστικό ρόλο τον παίζουν οι αποφάσεις του ιδιωτικού τομέα ο οποίος ανταποκρινόμενος στις πιέσεις της αγοράς προσλαμβάνει με κριτήριο την κερδοφορία της επιχείρησης.
Δεύτερον, ένα πλαίσιο «διεύρυνσης δυνατοτήτων και δικαιωμάτων» (capabilities approach as developed by Amartya Sen and Martha Nussbaum) που έχει τις ρίζες του στην κοινωνική πολιτική και το οποίο αντλεί τη νομιμότητά του από τον Τίτλο X (Κοινωνική Πολιτική) της Συνθήκης, η οποία προτείνει «την προώθηση της απασχόλησης, τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας, ώστε να καταστεί δυνατή η εναρμόνισή τους, ενώ προωθείται η βελτίωση κοινωνικής προστασίας, διαλόγου μεταξύ εργοδοσίας και εργασίας, ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού με στόχο τη διαρκή υψηλή απασχόληση και την καταπολέμηση του αποκλεισμού» (άρθρο 151).
Σε αυτό το πλαίσιο ο στόχος διαφοροποιείται. Αν η λειτουργία της ελεύθερης αγοράς εργασίας δεν αποφέρει ως αποτέλεσμα τα προαναφερθέντα, το κράτος οφείλει να επιλέγει πολιτικές.
Οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες που αλλάζουν το σκηνικό
Και η εγγυημένη εργασία (job guarantee) είναι η πολιτική πρόταση που δειλά αλλά σταθερά έρχεται ξανά στο προσκήνιο, αυτήν τη φορά από την Ευρώπη. Με πρωτοβουλίες από τα κάτω, τα ευρωπαϊκά συνδικάτα, αλλά και από τα πάνω, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ένας διαφορετικός άνεμος άρχισε να φυσά στην Ευρώπη με επίκεντρο την καταπολέμηση της μακροχρόνιας ανεργίας, που αποτέλεσε έναν από τους τομείς αποτυχίας της πολιτικής της Ε.Ε., και με εργαλείο την πρόταση για την εγγυημένη εργασία (job guarantee).
● Η πρώτη πρωτοβουλία προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Περιφερειών, η οποία ενέκρινε ομόφωνα τον Μάιο του 2023 μια έκθεση που παρουσίασε ο Yonnec Polet (Βέλγιο – PSE) ζητώντας την υποστήριξη των ευρωπαϊκών θεσμών για καινοτόμες και τοπικές λύσεις για την καταπολέμηση της μακροχρόνιας ανεργίας, αντλώντας έμπνευση από το Territoires zero chômeur de longue durée (TZCLD).
● Η επόμενη πρωτοβουλία, υπό την ηγεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, είναι ένα ψήφισμα που εγκρίθηκε τον Νοέμβριο του 2023, το οποίο συνίσταται στη δημιουργία θέσεων εργασίας μέσω τοπικού πειραματισμού, όπου οι πρωτοβουλίες σε τοπικό επίπεδο για την καταπολέμηση της μακροχρόνιας ανεργίας – συμπεριλαμβανομένου του TZCLD.
● Το Ινστιτούτο της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (ETUI) στις 23 Μαΐου 2023, στο Βερολίνο, παρουσίασε, κατά τη διάρκεια του 15ου Συνεδρίου της ΕTUC, την πολιτική της εγγυημένης εργασίας για την Ευρώπη. Και τον Δεκέμβριο του 2023 στη γενική συνέλευση της Μαδρίτης η ETUC ενέκρινε σχετικό ψήφισμα.
● Το Ιδρυμα Ευρωπαϊκών Προοδευτικών Μελετών (FEPS) άρχισε να χαρτογραφεί πρωτοβουλίες για εγγυημένες θέσεις εργασίας μέσω κοινής συνεργασίας με Ευρωπαίους παράγοντες. Αυτές οι ανταλλαγές οδήγησαν στη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού συνασπισμού για την εγγύηση θέσεων εργασίας που συγκροτήθηκε από τους FEPS, Our Global Moment, Fondazione Pietro Nenni, Ευρώπη και την ένωση TZCLD: www.job-guarantee.eu. Μεταξύ των πρώτων ενεργειών που έγιναν ήταν μια έρευνα για την ευρωπαϊκή αντίληψη για τα δημόσια προγράμματα για τη «μηδενική ανεργία».
● Τον Μάρτιο του 2024, με πρωτοβουλία και στήριξη της Κομισιόν δημοσιεύτηκε μελέτη για τις πρωτοβουλίες για την καταπολέμηση της μακροχρόνιας ανεργίας στην Ε.Ε. Η έκθεση περιγράφει 5 συνεχιζόμενες πρωτοβουλίες στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένου του πιλοτικού προγράμματος Marienthal Job Guarantee Pilot της Αυστρίας (MAGMA), του γαλλικού Territoires chômeur de longue durée (TZCLD), περιοχές με μηδέν μακροχρόνια ανεργία, το Basisbaan της Ολλανδίας, καθώς και την προσαρμογή του γαλλικού μοντέλου από το Βέλγιο και του γερμανικού Solidaric Basic Income (SBI) (το οποίο είναι διακριτό από το πρόγραμμα βασικού εισοδήματος που δεν προσφέρει θέσεις εργασίας).
● Αυτές οι πρωτοβουλίες έχουν κοινά χαρακτηριστικά, όπως η αντιμετώπιση της μακροχρόνιας ανεργίας μέσω τοπικών και περιφερειακών προσεγγίσεων, εθελοντική συμμετοχή, αποδοχές τουλάχιστον ίσες με τον κατώτατο μισθό και ευέλικτο ωράριο εργασίας. Εκτός από το TZCLD στη Γαλλία, που ξεκίνησε το 2016, αυτά τα πιλοτικά προγράμματα έχουν σχεδιαστεί και εφαρμοστεί εντός των τελευταίων 5 ετών και η ελάχιστη διάρκειά τους είναι 3 χρόνια. Καθώς είναι πιλοτικά, ο αριθμός των συμμετεχόντων είναι μικρός, από 50 έως 3.600 άτομα, με την πλειονότητά τους μεταξύ 45 και 60 ετών. Συνήθως εργάζονται 25-35 ώρες την εβδομάδα, σύμφωνα με τις προτιμήσεις τους, σε θέσεις εργασίας που παρέχονται κυρίως από δημοτικές αρχές αλλά και εγχειρήματα κοινωνικής οικονομίας.
● Δυστυχώς παρότι γίνεται αναφορά στην κοινωφελή εργασία, η εμπειρία της Ελλάδας, λόγω ελλιπούς πληροφόρησης, αναφέρεται ως λήξασα από το 2018 και έτσι δεν αναλύεται λεπτομερώς. Αυτό δεν ισχύει φυσικά, καθώς την περίοδο 2019-2023 (επί Νέας Δημοκρατίας) πάνω από 70.000 άνεργοι έχουν συμμετάσχει σε προγράμματα κοινωφελούς εργασίας. Μια συγκριτική ανάλυση σχεδιασμού και υλοποίησης των μικρού μεγέθους πρωτοβουλιών για την κοινωφελή εργασία θα παρήγε ενδιαφέροντα συμπεράσματα και είναι ενταγμένη ήδη σε μια μελέτη που ετοιμάζει το Ινστιτούτο των Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (European Trade Union Institute-ETUI).
● Η επόμενη πρωτοβουλία, υπό την ηγεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, είναι ένα ψήφισμα που εγκρίθηκε τον Νοέμβριο του 2023, το οποίο συνιστά τη δημιουργία θέσεων εργασίας μέσω τοπικού πειραματισμού, όπου οι πρωτοβουλίες σε εδαφικό επίπεδο για την καταπολέμηση της μακροχρόνιας ανεργίας -συμπεριλαμβανομένου του TZCLD- αναφέρονται ως αναφορές.
● Τον Απρίλιο του 2024 η Επιτροπή της Ε.Ε. δημοσιεύει πρόσκληση υποβολής προτάσεων, η οποία είναι αξίας 23 εκατομμυρίων ευρώ, για να βοηθήσει τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. να αναπτύξουν πιλοτικά νέους τρόπους αντιμετώπισης της μακροχρόνιας ανεργίας. Μέσω αυτής της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων, που χρηματοδοτείται στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Κοινωνική Καινοτομία+» του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου Plus (ΕΚΤ+), η Επιτροπή στοχεύει να βασιστεί σε προηγούμενες πολλά υποσχόμενες πρωτοβουλίες και να ενισχύσει τον ρόλο των οργανισμών κοινωνικής οικονομίας. Η αναμενόμενη διάρκεια κάθε πρότασης έργου είναι έως 36 μήνες. Το εκτιμώμενο μέγεθος μιας επιχορήγησης κυμαίνεται μεταξύ 1.000.000 και 3.000.000 ευρώ ανά έργο (αλλά αυτό δεν αποκλείει την υποβολή/επιλογή αιτήσεων που ζητούν άλλα ποσά), που δεν αποτελούν περισσότερο από το 80% του συνολικού προϋπολογισμού του έργου. Συνεπώς, μια συγχρηματοδότηση τουλάχιστον 20% πρέπει να προέρχεται από άλλες πηγές εκτός από τον προϋπολογισμό της Ε.Ε.
● Τον περασμένο Μάιο συντάχθηκε μια ανοικτή επιστολή προς όλους τους Ευρωπαίους υποψηφίους για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ισως ο δρόμος για μηδενική ανοχή στη μακροχρόνια ανεργία και το δικαίωμα στην εργασία για όλους στην Ευρώπη να έχει ήδη ανοίξει.
Τι σημαίνει εγγύηση της εργασίας
Είναι μια πολιτική παρέμβαση που αντιμετωπίζει πιο αποτελεσματικά τη μακροχρόνια ανεργία, προσφέροντας απευθείας δουλειά και μισθό στους μακροχρόνια ανέργους που αναζητούν δουλειά αλλά δεν μπορούν να βρουν. Τα έργα που υλοποιούνται επιλέγονται με σκοπό να αποφέρουν δημόσιο όφελος στις κοινότητες και παράλληλα να καλύπτουν ανεκπλήρωτες ανάγκες στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Η εγγύηση θέσης εργασίας αποτελεί έμβλημα της συλλογικής μας ευθύνης να διασφαλίσουμε ότι, όταν ο ιδιωτικός τομέας δεν μπορεί, όσοι θέλουν να εργαστούν έχουν επιλογή. Το κράτος κατ’ αυτή την έννοια λειτουργεί ως εργοδότης ύστατης προσφυγής.
Το καθαρό κόστος μιας τέτοιας παρέμβασης δεν θα ήταν σημαντική επιβάρυνση για τα δημόσια οικονομικά. Εν μέσω της σοβαρής ύφεσης στην Ελλάδα το 2013-14, με πτώση 25% στο ΑΕΠ και την ανεργία να αγγίζει το 27%, μαζί με συνάδελφους μου στο Levy Institute και σε συνεργασία με τη ΓΣΕΕ, επιμεληθήκαμε δύο μελέτες (2011 και 2014). Η πρώτη εισήγαγε τόσο τη θεωρητική ιδέα (βασισμένη πρωτίστως στον Hyman Minsky, όσο και στους Randy Wray, Mathew Forstater, Dimitri Papadimitriou) όσο και την αναγκαιότητα της πολιτικής της εγγυημένης εργασίας για την Ελλάδα, ενώ στη δεύτερη εκτιμήσαμε τη μείωση της ανεργίας και τις μακροοικονομικές επιπτώσεις στη χώρα ενός προγράμματος άμεσης δημιουργίας θέσεων εργασίας, σύμφωνα με την άσκηση αυτής της πολιτικής.
Βρήκαμε σημαντικές πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις στην αύξηση του ΑΕΠ και την απασχόληση. Οι προσομοιώσεις μας έδειξαν ότι το 59% των απαιτούμενων δημόσιων δαπανών θα ανακτηθεί μέσω καινούργιων φορολογικών εσόδων (φόροι εισοδήματος, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και φόρος προστιθέμενης αξίας). Ανάλογα με το μέγεθος του προγράμματος και το επίπεδο του προσφερόμενου μισθού, το καθαρό κόστος θα κυμαινόταν από περίπου 0,6% του ΑΕΠ έως το μέγιστο 2,2%.
Με βάση αυτές τις μελέτες, σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν στην Ελλάδα μια σειρά προγραμμάτων εγγυημένης εργασίας γνωστά ως «Κοινωφελής Εργασία» από το 2011, τα οποία συνεχίζονται έως σήμερα για περίπου 200.000 ανέργους. Υπάρχουν άφθονες προοπτικές για ουσιαστικές θέσεις εργασίας που μπορούν να προσφερθούν, σε περιβαλλοντικές παρεμβάσεις και διαχείριση δασών, μικρής κλίμακας βελτιώσεις υποδομών, κάλυψη κενών φροντίδας και υποστήριξη της ψηφιακής μετάβασης.
* Πρώην αναπληρώτρια υπουργός Εργασίας
