Στο παρελθόν έχει πραγματοποιηθεί μνεία στην αναγκαιότητα κατανόησης των πολυεπίπεδων προκλήσεων του εγγύς μέλλοντος από πλευράς του πολιτικού προσωπικού το οποίο οφείλει να διαθέτει σοβαρή και ολοκληρωμένη αντίληψη της πραγματικότητας.(1) Προκλήσεις που δεν επιτρέπουν τον δημοσιονομικό αγνωστικισμό ο οποίος συνήθως αντανακλάται στη συγκυριακή προώθηση μαξιμαλιστικών αιτημάτων και σε εξαγγελίες περί, συχνά μη σταθμισμένων, δημοσιονομικά «επεκτατικών» μελλοντικών πρωτοβουλιών.(2)
Εν όψει των ευρωεκλογών, στη δημόσια συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο κυριαρχούν τόσο θέματα που διαμορφώνουν το σήμερα, όπως το κόστος ζωής (45%), οι συνθήκες εργασίας (44%) και η πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες φροντίδας υγείας (44%)(3), όσο και ζητήματα από τα οποία εξαρτάται το αύριο. Η συντριπτική πλειονότητα αυτών, όπως π.χ. ο εξελισσόμενος μετασχηματισμός της παγκόσμιας οικονομίας σε ένα εύθραυστο γεωπολιτικά περιβάλλον, η διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας στην εποχή των ευφυών οικονομιών, η προοπτική της ταχείας ενσωμάτωσης της τεχνητής νοημοσύνης σε όλες τις πτυχές της οικονομικής, παραγωγικής και εκπαιδευτικής δραστηριότητας, η αναδιάρθρωση της διεθνούς εφοδιαστικής αλυσίδας, η διαχείριση των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης, η ενεργειακή και η «πράσινη» μετάβαση, η οικοδόμηση προϋποθέσεων ανθεκτικής, βιώσιμης και συμπεριληπτικής ανάπτυξης και το μεταναστευτικό, τέθηκαν στο επίκεντρο κατά τη διάρκεια των εργασιών του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Ριάντ και στο πλαίσιο διαφόρων θεματικών συζητήσεων, η παρακολούθηση των οποίων καταδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στο εγχώριο «echo chamber» ορισμένων και την τωρινή διεθνή πραγματικότητα.
Τα ως άνω ενδεικτικώς εκτιθέμενα συνθέτουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η ουσιαστική συζήτηση σήμερα, όχι μόνο στο επίπεδο της πραγματικής πολιτικής, αλλά και στο επίπεδο της κοινωνίας. Σε επίρρωση αυτού, σε ερώτημα πρόσφατης έρευνας για το ποιες είναι οι μεγαλύτερες απειλές για τις μελλοντικές γενιές στον πλανήτη μας, οι ερωτώμενοι στη χώρα μας απάντησαν ότι αυτές συνίστανται στην κλιματική αλλαγή (29,8%), ενώ στην ίδια έρευνα, σε ερώτημα αναφορικά με τον δυνητικό αντίκτυπο της τεχνητής νοημοσύνης σε πτυχές της καθημερινής ζωής, οι ίδιοι απαντούν ότι αυτή θα επηρεάσει την υγεία (62,4%), τη διαχείριση του χρόνου μας (58,5%), την οικονομία της χώρας (46,5%), τον τρόπο ψυχαγωγίας των πολιτών (44,5%), την εργασία (39,6%) αλλά και συνολικά την κοινωνία (36,7%).(4)
Ως προς το οικονομικό πεδίο, ιδιαίτερα κατατοπιστική ήταν η συζήτηση της 28ης Απριλίου 2024 με τίτλο «What Kind of Growth Do We Need?» («Τι είδους ανάπτυξη χρειαζόμαστε;») και ιδίως τα όσα ανέφερε η διευθύνουσα σύμβουλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, τα οποία σκιαγραφούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτιμάται ότι θα εφαρμοστούν το επόμενο χρονικό διάστημα οι οικονομικές πολιτικές, δηλώνοντας:
● «Αυτό που έχουμε είναι: στις ανεπτυγμένες οικονομίες, οι ΗΠΑ πηγαίνουν καλά, αλλά η ευρωζώνη όχι».
● «Δεύτερον, εστίαση στο να οικοδομήσουμε εκ νέου δημοσιονομικά “μαξιλάρια”. Αυτό που συνέβη τα τελευταία χρόνια είναι ότι οι χώρες χρησιμοποίησαν όλα τα “πυρομαχικά” που διέθεταν εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού, του πολέμου στην Ουκρανία, της κρίσης σε ό,τι αφορά το κόστος διαβίωσης».
● «Ομως, περισσότερα σοκ θα έρθουν και η εκ νέου οικοδόμηση δημοσιονομικών “μαξιλαριών” συνιστά δύσκολη προτεραιότητα, τη στιγμή που χώρες αντιμετωπίζουν επιπλέον την ανάγκη να υποστηρίξουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό, τον “πράσινο” μετασχηματισμό και να βοηθήσουν τους ευάλωτους ανθρώπους…».(5)
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω θεωρείται επιβεβλημένη η αποφυγή των δημοσιονομικά ανεπίγνωστων αναφορών για την εξυπηρέτηση συγκυριακών στοχεύσεων που συμβάλλουν στην οικοδόμηση μιας κοινωνίας μετα-πολιτικού ή αντι-πολιτικού θεάματος. Καθότι, όχι μόνο μπορεί να υποβαθμίζουν τα νοήματα και τα διακυβεύματα της 9ης Ιουνίου, αλλά και καταδεικνύουν έλλειμμα αξιοποίησης της ιστορικής μας εμπειρίας και αδυναμία μετουσίωσής της σε επίγνωση, διορατικότητα εν όψει του μέλλοντος και εμπέδωσης του αισθήματος διαγενεακής αλληλεγγύης.
*Υποψήφιος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και πρώην πρόεδρος του Δ.Σ. του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος (2016-2019).
