Πέρασαν σχεδόν τρεις μήνες από την εκδήλωση που διοργάνωσε η «Εφημερίδα των Συντακτών» στο θέατρο ΑΛΦΑ με τίτλο «Μια συζήτηση που επείγει. Απέναντι στον Μητσοτάκη, ποιος; Μια πειστική απάντηση των προοδευτικών δυνάμεων», με τη συμμετοχή του υποφαινομένου από τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., του Μανώλη Χριστοδουλάκη από το ΠΑΣΟΚ και της Εφης Αχτσιόγλου από την Νέα Αριστερά.
Η επιτυχημένη εκδήλωση, παρά τις αντιδράσεις της γραφειοκρατίας ορισμένων κομμάτων (αλλά και την ηχηρή απουσία όσων όψιμα ανακαλύπτουν την ανάγκη ανασύνθεσης του δημοκρατικού χώρου), άνοιξε μια συζήτηση που τις τελευταίες εβδομάδες και παρά τον εκλογικό ανταγωνισμό στον οποίο μετέχουν τα κόμματα που τοποθετούνται στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο, φαίνεται να εξελίσσεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Εισερχόμενός τότε στον χώρο της εκδήλωσης επιχείρησα να αλλάξω τον τίτλο της εκδήλωσης, που εστίαζε στα πρόσωπα, στο πραγματικό ερώτημα που δεν είναι το «Απέναντι στον Μητσοτάκη ποιος;» αλλά το «Απέναντι στον Μητσοτάκη πώς;».
Σήμερα, το πολιτικό σκηνικό παρουσιάζει σημάδια πολιτικής ρευστότητας. Η Ν.Δ. υφίσταται έντονη φθορά δίχως να αμφισβητείται όμως η πρωτοκαθεδρία της, τα κόμματα της Κεντροαριστεράς διαγκωνίζονται για τη δεύτερη και τρίτη θέση σε καθεστώς κατακερματισμού και πολυδιάσπασης, ενώ η Ακροδεξιά σηκώνει ξανά κεφάλι.
Η χώρα, για όποιον αναγνωρίζει την αξία και τη σημασία των αριστερών και προοδευτικών ιδεών, «βαδίζει σε πολιτική έρημο» δίχως να διαφαίνεται άμεσα στον ορίζοντα αξιόπιστη εναλλακτική προοπτική κυβερνησιμότητας.
Το πολιτικό παράδοξο είναι ότι, παρά την απογοήτευση και την αποστράτευση πολλών κοινωνικών δυνάμεων, υπάρχουν σημάδια μιας κοινωνικής αντιπολίτευσης που αναζητά πολιτική έκφραση. Η μάχη των φοιτητών όλων των προοδευτικών παρατάξεων ενάντια στο νομοσχέδιο για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, το μέτωπο δημοκρατίας που εμφανίστηκε μέσα στη Βουλή στο πλαίσιο της πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης για την καταπάτηση του κράτους δικαίου και οι 1.500.000 υπογραφές της Μαρίας Καρυστιανού για την αποτροπή της συγκάλυψης του εγκλήματος των Τεμπών, δημιούργησαν συνθήκες πολιτικής και κοινωνικής ώσμωσης, όχι σε επίπεδο ηγεσίας-κορυφής, αλλά σε επίπεδο κοινωνικής βάσης.
Ενδεχομένως, να πρόκειται για την απαρχή της συγκρότησης ενός «δημοκρατικού κοινωνικού μετώπου» που, αν και αυθόρμητο και ετερόκλητο, δείχνει τη μεγάλη δυναμική του. Φυσικά η απουσία οργανωμένου διαλόγου και διάρθρωσης δεν επιτρέπει την περαιτέρω πολιτική εξέλιξη, αλλά αυτό είναι μάλλον φυσιολογικό, στον βαθμό που βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο και δεν είναι βέβαιο ότι όλοι αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα των στιγμών και την απειλή «μακρονοποίησης» της πολιτικής ζωής.
Η ουσία είναι ότι η διαμόρφωση μιας πλατιάς, κοινωνικής συμμαχίας των μη προνομιούχων, με έντονο αντιπολεμικό, αντιδεξιό – αντινεοφιλελεύθερο χαρακτήρα είναι η συγκολλητική ουσία, που μπορεί να πιέσει πολίτες, κόμματα, κοινωνικούς φορείς να αναλάβουν πρωτοβουλίες σύνθεσης και υπέρβασης της καχεκτικής πολιτικής ανισορροπίας που βιώνει η χώρα.
Το «κλειδί» βρίσκεται ακριβώς στο «πώς» θα προκύψει μια τέτοια δυναμική. Ορισμένοι κάνουν λόγο για συγκολλήσεις κορυφής, για συνεργασίες και αποκλεισμούς, για ρόλους, πρόσωπα και ηγεμονισμούς. Πρόκειται για ατελέσφορες προτάσεις.
Τα προοδευτικά κόμματα, οι πάσης φύσεως συλλογικότητες, η «κοινωνία των πολιτών» οφείλουν να αντιληφθούν ότι έχει έρθει η ώρα να ξεπεράσουν τις υφιστάμενες κομματικές περιχαρακώσεις που έχουν εδώ και πολλά χρόνια διεισδύσει στον αριστερό-προοδευτικό «μαζικό» χώρο (νεολαία, αυτοδιοίκηση, συνδικάτα, πολιτιστικοί σύλλογοι κ.λπ.) και να επιβάλουν πρωτοβουλίες δημοκρατικής ανασύνθεσης και αντεπίθεσης «από τα κάτω». Η συμπόρευση αυτή πρέπει να γίνει στη βάση ιδεών, αρχών και αξιών με όρους προγραμματικής ενότητας, τουλάχιστον στη δράση.
Στην πορεία για την Εργατική Πρωτομαγιά τα συνθήματα μιλούσαν ενάντια στην εξαήμερη δουλειά, διεκδικούσαν ΣΣΕ, αξιοπρεπείς μισθούς, υγεία και ασφάλεια στην εργασία, όμως οι διαδηλωτές βάδιζαν σε διαφορετικούς δρόμους, πάνω και κάτω από την πλατεία Κλαυθμώνος. Εχει ο δημοκρατικός κόσμος άραγε τη δυνατότητα για τέτοιες πολυτέλειες, όταν η κοινωνία καταρρέει;
Απαιτείται, λοιπόν, ενότητα στη δράση και συνεχόμενος προγραμματικός διάλογος του δημοκρατικού χώρου για τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνία (πόλεμος, ακρίβεια, υποβάθμιση κοινωνικού κράτους, νέες ψηφιακές προκλήσεις, μεταναστευτικό, κλιματική κρίση κ.λπ.).
Τα κόμματα, από την άλλη, οφείλουν να αντιληφθούν ότι η λαϊκή πλειοψηφία δεν θα ανεχτεί την επανάληψη και διαιώνιση εκλογικών συσχετισμών που δεν δίνουν λύσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. εκ των καταβολών του έχει στο πολιτικό του DNA την πολιτική κουλτούρα των συνεργασιών. Η ισχυροποίησή του οφείλει να βάζει και το ζήτημα της συγκρότησης ενός μεγάλου δημοκρατικού κοινωνικού μετώπου, ενός «Μετώπου Δημοκρατίας», που θα υπερασπιστεί την ελληνική κοινωνία και θα καταθέσει μια εναλλακτική ιδεολογικοπολιτική πλατφόρμα εξουσίας που θα δίνει διέξοδο και προοπτική στα κοινωνικά στρώματα που θέλει να εκπροσωπήσει.
*Μέλος της Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.
