Οταν έφτασε στο σπίτι, στην κουζίνα την περίμεναν δύο τσάντες με λεμόνια. Το είχε καταλάβει, ή έτσι της φάνηκε δηλαδή. Μόλις μπήκε στο σπίτι, σαν να μύρισε τη φρεσκάδα της εξοχής, την ελαφρά όξινη μυρωδιά των εσπεριδοειδών. Τα δεντράκια αυτή την εποχή στο εξοχικό είναι πάντα φορτωμένα.
Δύο τσάντες λεμόνια, με παχιά αφράτη σάρκα και γεμάτα χυμό και μια τσάντα περγαμόντα. Αλλο υπέροχο θαύμα αυτό. Και ό,τι τελείωνε το τελευταίο βάζο από το περσινό γλυκό…
Επλυνε τη μεγάλη πήλινη φρουτιέρα και έβαλε μέσα καμιά δεκαριά λεμόνια. Στην κορυφή, εκείνο το ένα που είχε κοπεί μαζί με το κλαράκι και τα φύλλα – αυτό θα μπορούσα να το ζωγραφίσω, σκέφτηκε. Αλλα μπήκαν στο ψυγείο, άλλα τα έβγαλε στο μπαλκόνι. Ηδη σκεφτόταν τι θα μπορούσε να κάνει. Στην κατάψυξη κρατούσε φλούδες πορτοκαλιών και λεμονιών από την προηγούμενη φορά. Για μαρμελάδα, έλεγε. Μάλλον θα την εμπλούτιζε και με περγαμόντο. Ολη η ευλογία των καρπών σε ένα βάζο…
Τακτοποίησε την κουζίνα και έμεινε να κοιτάζει εκείνο το λεμόνι που ξεχάστηκε μόνο του πάνω στο τραπέζι. Το έβαλε κάτω από τη βρύση, το ξέπλυνε καλά, το σκούπισε και το έφερε στη μύτη της. Εξυσε λίγο τη φλούδα και άφησε το άρωμά του να την αγκαλιάσει. Μάρτης μήνας και όλη η κουζίνα, η σκοτεινή από τη συννεφιά της επερχόμενης καταιγίδας κουζίνα, φωτίστηκε. Καλοκαίρι, ήλιος, αρώματα ενός κήπου ούτε 500 τετραγωνικά, αλλά ευλογημένου από τα χέρια αυτού που τόσα χρόνια τώρα τον έσκαβε, τον πότιζε, τον λίπαινε, τον φρόντιζε.
Αφησε το λεμόνι σε ένα πιάτο, άνοιξε το ψυγείο. Βούτυρο γάλακτος και ένα αυγό. Αλεύρι για όλες τις χρήσεις και μπέικιν πάουντερ. Ζάχαρη και μια πρέζα αλάτι. Και μαζί ξύσμα και χυμός ενός λεμονιού.
Αναψε τον φούρνο στους 170 βαθμούς, έστρωσε το ταψί με λαδόκολλα και έβαλε μπροστά το μίξερ. Πρώτα το βούτυρο με τη ζάχαρη. Μετά το αυγό, το ξύσμα και ο χυμός. Και όσο αυτά χτυπιούνται κι αφρατεύουν, ανακάτεψε το αλεύρι με το μπέικιν και το αλάτι. Πρόσθετε λίγο λίγο το αλεύρι, ώσπου να γίνει η ζύμη μαλακή.
Την έβαλε σε ένα μπολ και άρχισε να πλάθει μπαλίτσες. Τις τοποθέτησε στο ταψί, τις πίεσε λίγο από πάνω και τις έβαλε να ψηθούν. Η συνταγή έλεγε 20 λεπτά, εκείνη θα τα άφηνε 25. Ο φούρνος της είχε τους δικούς του χρόνους, τώρα πια τους είχε μάθει. Μόλις είδε ότι πήραν να φουσκώνουν πήγε να μαζέψει το σαλόνι. Ωσπου την έφτασε η μυρωδιά. Βούτυρο και λεμόνι και ζάχαρη. Κοίταξε το ρολόι. Είχε ακόμη πέντε λεπτά. Πήγε στην κουζίνα και κοίταξε τα μπισκότα της.
Φόρεσε τα γάντια, άνοιξε τον φούρνο και ακούμπησε το ταψί πάνω στις εστίες. Επρεπε να περιμένει να κρυώσουν πριν δοκιμάσει, αλλά τίποτα δεν της απαγόρευε να τα μυρίζει.
Τα άφησε μισή ώρα εκεί και ξαναπήγε μέσα. Αποτελείωσε τη δουλειά της και βρήκε μια ωραία, ταιριαστή πιατέλα. Το σπίτι είχε γεμίσει μυρωδιές και, αν δεν είχαν αρχίσει να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες της βροχής, αν δεν είχε σκοτεινιάσει ο ουρανός, θα πίστευε ότι ήταν στην εξοχή.
Τα μπισκοτάκια κρύωναν με την ησυχία τους μέσα στη λαμαρίνα, όταν πήγε πάλι στην κουζίνα. Δεν άντεξε να περιμένει. Πήρε ένα, ακόμα χλιαρό, εκείνο το πιο μικρό, το τελευταίο που μπήκε στο ταψί, ήταν-δεν ήταν δυο μπουκιές.
Το δάγκωσε, έκλεισε τα μάτια και ταξίδεψε: στα καλοκαιρινά ζεστά απογεύματα στην εξοχή. Οταν έβαζε την πολυθρόνα στον κήπο κάτω από τα ξινά και άκουγε τις μέλισσες να τρυγούν τα λουλούδια. Ανθη λεμονιάς, πορτοκαλιάς και μανταρινιάς, σμήνη μελισσών να εργάζονται πυρετωδώς για να συνεχίσει να γυρίζει η γη.
Ολα αυτά σε μια μικρή μπουκιά. Ενα μικρό θαύμα χάρη σε έναν τόσο δα καρπό, σε ένα λεμόνι, στο ξύσμα και στον χυμό του. Μαλάκωσε λίγο η καρδιά, αφράτεψε κάπως κι ο κόσμος ο σκληρός.
