ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Κώνστας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το 1974, πριν από πενήντα χρόνια, ο υπουργός Γεωργίας των ΗΠΑ, Earl Butz, είχε κάνει στο περιοδικό Time μία δήλωση που έμεινε στην ιστορία: «Τα τρόφιμα αποτελούν όπλο. Είναι για μας βασικό εργαλείο στο διαπραγματευτικό μας οπλοστάσιο».

Στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, η Ουάσινγκτον θεωρούσε ότι η υπερπαραγωγή τροφίμων από την αμερικανική γεωργία τής προσέφερε ένα σημαντικό μέσο εξαναγκασμού, που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τον Τρίτο Κόσμο: προσφορά βοήθειας σε τρόφιμα, με αντάλλαγμα πολιτικές παραχωρήσεις (Foreign Affairs 22.3.2024). Ο Αμερικανός αξιωματούχος εμπνεύστηκε τη δήλωσή του από την ιστορική πείρα: «όσοι έχουν τρόφιμα, μπορούν να ελέγχουν εκείνους που δεν έχουν». Η αξιοποίηση της τρωτότητας αυτής του αντιπάλου καθιστά τα τρόφιμα όπλο πολέμου.

Οι διακρατικές συγκρούσεις αποτελούν προνομιακό πεδίο αξιοποίησης της πείνας. Είναι αλήθεια ότι, το 1980, η απόπειρα επιβολής από τις ΗΠΑ, επί προεδρίας Κάρτερ, απαγόρευσης στην πώληση σιτηρών στη Σοβιετική Ενωση (έπειτα από καταστροφή της παραγωγής) είχε πενιχρά αποτελέσματα. Ωστόσο με την πάροδο του χρόνου η χρήση του όπλου της πείνας έχει ενσωματωθεί στη διεθνή πρακτική του καταναγκασμού. Από τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία, όπου το καθεστώς του Assad απαγόρευσε τη μεταφορά τροφίμων σε περιοχές της χώρας που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο αντιστασιακών οργανώσεων, ώς τον εμφύλιο πόλεμο στην Υεμένη, όπου η καταστροφή της γεωργικής παραγωγής αποτέλεσε θεμιτό στόχο, όπως και στην Αϊτή και το Σουδάν. Επίσης παρεμφερείς πρακτικές ακολούθησαν και οι δύο πλευρές στη σύγκρουση στην Ουκρανία. Θα ήταν, λοιπόν, παράδοξο να απουσιάσουν από τη Γάζα.

Αντίθετα, η γεωμορφολογία της περιοχής και η παραδοσιακή δυσχέρεια ανεύρεσης τροφίμων και πόσιμου νερού ανέδειξαν τη στέρησή τους σε σημαντικό μέσο καταναγκασμού ενός πληθυσμού, που από τις αρχές Οκτωβρίου εκδιώχθηκε από τους τόπους κατοικίας του και οδηγήθηκε σε απέραντους πρόχειρους καταυλισμούς. Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε μια κατάσταση χωρίς προηγούμενο και ήταν φυσικό να συγκεντρώσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και να ωθήσει, έστω και απρόθυμα, τους διεθνείς οργανισμούς στην ανάληψη δράσης.

Χαρακτηριστική είναι η πολιτική του Συμβουλίου Ασφαλείας που στις 25 Μαρτίου ζήτησε την άμεση παύση των εχθροπραξιών στη Λωρίδα της Γάζας. Η έγκριση του Ψηφίσματος έγινε δυνατή λόγω αποχής από την ψηφοφορία των ΗΠΑ που σε πέντε άλλες απόπειρες υιοθέτησης παρεμφερούς Ψηφίσματος είχαν ασκήσει βέτο. Το ίδιο είχαν πράξει η Ρωσία και η Κίνα σε δύο άλλες περιπτώσεις. Το ενδιαφέρον με το Ψήφισμα της 25ης Μαρτίου είναι ότι, μετά την έγκρισή του από το Συμβούλιο Ασφαλείας, αξιωματούχοι των ΗΠΑ, με δηλώσεις τους, το υποβάθμισαν, χαρακτηρίζοντάς το μη δεσμευτικό. Είναι γεγονός και ότι η επιβολή κυρώσεων για μη συμμόρφωση απαιτεί ακόμη μία απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, που είναι αυτό που θα τις επιβάλει. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο οι ΗΠΑ θα προβάλουν βέτο.

Ωστόσο, η απόφαση αυτή προλείανε το έδαφος για τη στροφή της διεθνούς κοινότητας στην αντιμετώπιση του λιμού που έχει επιβληθεί στη Γάζα. Τη στροφή αυτή σηματοδοτεί μια άλλη απόφαση διεθνούς θεσμού, εκείνη που έλαβε το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στις 28 Μαρτίου, τρεις μόλις ημέρες μετά την Απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Συγκεκριμένα, το Διεθνές Δικαστήριο ζήτησε ομόφωνα από τη κυβέρνηση του Ισραήλ να λάβει άμεσα και αποτελεσματικά μέτρα, ώστε η διεθνής βοήθεια σε τρόφιμα να φθάσει στους Παλαιστίνιους της Γάζας. Το Δικαστήριο, το οποίο ήδη εξετάζει τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας Νότιας Αφρικής, ότι το Ισραήλ διαπράττει γενοκτονία στη Γάζα, διέταξε την κυβέρνηση Νετανιάχου να σταματήσει να παρεμποδίζει την άφιξη και διανομή της διεθνούς βοήθειας, απορρίπτοντας ρητά τον ισχυρισμό της ότι δεν το πράττει.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εξέλιξη αποτελεί το γεγονός ότι στις 29.3.2024, την επομένη της απόφασης του Δικαστηρίου της Χάγης, εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών δήλωσε: «Ενώ ο κίνδυνος λιμού στην Κεντρική και Νότια Γάζα είναι σοβαρός αλλά όχι ακόμη υπαρκτή κατάσταση, σε ορισμένες περιοχές του Βορρά αποτελεί μια πραγματικότητα» (The Guardian, 29.3.2024). Στην ίδια δήλωση, ο εκπρόσωπος διευκρίνισε ότι ο (κυπριακού ενδιαφέροντος) θαλάσσιος διάδρομος μεταφοράς τροφίμων, που περιλαμβάνει και την κατασκευή πλωτού λιμανιού, θα είναι έτοιμος περί τα μέσα με τέλη Απριλίου, γεγονός που καθιστά τη λύση τής διά θαλάσσης μεταφοράς τροφίμων λιγότερο άμεση και υπογραμμίζει την ανάγκη της χερσαίας μεταφοράς τους, την οποία όμως το Ισραήλ την κάνει απρόσφορη με τους ασφυκτικούς ελέγχους που επιβάλλει. Η απάντηση του Ισραήλ είναι ότι η Παλαιστινιακή Αρχή δεν είναι σε θέση να διανείμει τη μεταφερόμενη βοήθεια.

Η κλεψύδρα του χρόνου τρέχει. Ο χρόνος λιγοστεύει. Οχι μόνο για την επιβίωση του παλαιστινιακού λαού αλλά και για τη λήψη αποφάσεων από το Ισραήλ, που θα του επιτρέψουν να ξανακερδίσει τη συμπάθεια των απλών ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο. Συμπάθεια που τη χρειάζεται πολύ περισσότερο από όσο δείχνει να πιστεύει ο σημερινός πρωθυπουργός του.

*Ιδρυτικός διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ) 1989-2005