ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δυο λόγια στην αρχή για την ίδια την ομάδα: Η ομάδα «Elephans Tilensis» (= «o νάνος ελέφαντας της Τήλου») ιδρύθηκε πριν από δέκα χρόνια και αποτελεί έκτοτε χωρίς αμφιβολία μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες φωνές του νέου κύματος του θεάτρου μας. Το ρεπερτόριό της δεν μπορεί να περιγραφεί εύκολα, ούτε, εξάλλου, η υφολογία των παραγωγών της. Ωστόσο μπορούμε να πούμε ότι με κεντρικά πρόσωπα τους Δημήτρη Αγαρτζίδη και Δέσποινα Αναστάσογλου το κύριο στοιχείο αυτής της απόπειρας παραμένει μέχρι σήμερα ένα: η περιπλάνηση.

Περιπλάνηση στα πιο απόμακρα και δύσβατα σημεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας («Βοσκοπούλα», «Απόκοπος»), στα απαιτητικότερα διεθνή και ελληνικά έργα («Σεροτονίνη», «Οδυσσέας», «Η νύχτα της κουκουβάγιας»), στα επικίνδυνα γκρεμνά της πρωτοπορίας («Πώς θα είναι ο λυτρωτής μου;», «Αγάπησέ με»)… Είναι τέτοια η ποικιλία και ο βαθμός δυσκολίας της κάθε προσπάθειας ώστε θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως πίσω από τις τόσες διαδρομές δεν κρύβεται άλλο από την ίδια την ιδέα του ταξιδιού με όλους τους τρόπους: με τη γνώση, το βίωμα, την τρέλα.

Αυτά τα βήματα έφεραν σήμερα τους Tilensis στο Βουργαρέλι των Τζουμέρκων. Καθώς η περιοχή υπήρξε κέντρο της αντάρτικης δράσης του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής, το Βουργαρέλι γνώρισε εκείνα τα χρόνια μια ξεχωριστή κίνηση: έγινε ένας από τους τόπους στους οποίους έδρασε ο ΕΑΜικός θίασος της Ηπείρου, οργανωμένος και εμψυχωμένος μάλιστα από τον σπουδαίο φιλόλογο και ποιητή του Μεσοπολέμου Γιώργο Κοτζιούλα. Πρόκειται για το λεγόμενο «θέατρο του βουνού», το δημιουργημένο «από τα κάτω» και στα πρότυπα μιας ιδέας ισχυρής ήδη στα χρόνια του Μεσοπολέμου, για ένα θέατρο φτιαγμένο με τον λαό, από τον λαό, για τον λαό.

Αντάρτες

Οπως η δράση των ανταρτών λοιπόν, το ίδιο και η καλλιτεχνική δραστηριότητά τους βρήκε πρόσφορο έδαφος στα βουνά της Ηπείρου, ώστε ακολουθώντας την οργανωμένη επιταγή της Αριστεράς να δημιουργήσει ένα αφυπνισμένο κοινό, πρόσφορο στα νάματά της. Ως γνωστόν μια ανάλογη -και πιθανόν περισσότερο υποστηριγμένη από το κόμμα- οργάνωση λάμβανε την ίδια εποχή μέρος στα χώματα της Θεσσαλίας, με κεντρικό πρόσωπο εκεί τον Βασίλη Ρώτα και με μια σειρά σημαντικών αριστερών καλλιτεχνών της εποχής. Ομως αυτό που οργάνωσε ο Κοτζιούλας με τη δική του «Λαϊκή Σκηνή» ήταν ίσως κάτι διαφορετικό. Πιστός στα οράματα της λαϊκής αναγέννησης, ο Κοτζιούλας επιχείρησε να δημιουργήσει κάτι ολότελα αυτογενές. Ζήτησε, εκτός από το να διαφωτίσει τους απλούς κατοίκους της ορεινής υπαίθρου, να αντλήσει και να φέρει στην επιφάνεια το δικό τους φως. Σε αντίθεση δηλαδή με τη λιγότερο ή περισσότερο εμφανή πατερναλιστική στάση των άλλων καθοδηγητών, ο Κοτζιούλας ένιωσε εξ αρχής τον παλμό των ανθρώπων του βουνού πίσω από την αόρατη μαρτυρία, τη δύναμή τους πίσω από την αφωνία τους – έσκυψε για να δει τα ψηλά βουνά ως τόπο μιας ελευθερίας βαθιάς, άξιας να κατακτηθεί και να κατακτήσει τον καθένα.

Η κατάθεσή του επομένως δεν υπήρξε μια κατάθεση που μπορεί να μετρηθεί με το ζύγι της κοινής καλλιτεχνικής αξίας. Αποτελεί περισσότερο την προσπάθεια ενός ανθρώπου που διείδε πλούσια κοιτάσματα κάτω από το ορεινό έδαφος της αμορφωσιάς και της φτώχειας. Υπήρξε μια κατάθεση, τολμώ να πω, καθαρά πολιτική.

Αν θέλουμε λοιπόν να καταλάβουμε τον Κοτζιούλα, πρέπει να ψάξουμε σε πολλά σημεία ταυτόχρονα. Από τον αέρα που διαπνέει τα «Ψηλά βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου (διόλου τυχαία κάποιο δικό του ποίημα γίνεται κεντρικό στην παράσταση του Νέου Κόσμου), το αγωνιστικό πνεύμα που συνεπήρε τους απλούς ανθρώπους της εποχής, μέχρι την τρέλα που έπιασε μερικούς στο να πιστέψουν πως κοντά στο τουφέκι οφείλουν να ηχήσουν στα βουνά τα γράμματα και οι τέχνες.

Αυτό, πιστεύω, είναι ό,τι τελικά συνεπήρε τους νέους καλλιτέχνες και αυτής της νεανικής ομάδας: η αναζήτηση της πρώτης εκείνης «τρέλας» που πίστεψε ότι η τέχνη μπορεί να συμβαδίζει ισότιμα και τολμηρά δίπλα στον αγώνα για ελευθερία και γλώσσα. Μετά έρχονται και τα άλλα, τα διόλου βέβαια μικρότερα. Το ίδιο το αρχείο του Κοτζιούλα, κατ’ αρχάς, από όσους διέσωσαν τα χειρόγραφά του σε απίθανες καταστάσεις στα χρόνια της σιωπής και από όσους τα επιμελήθηκαν στοργικά, σαν κιβωτό. Το θέατρο του βουνού και της Αριστεράς έπειτα, που παραμένει ακόμη ζητούμενο των γραμμάτων μας. Η ίδια η διάθεση των νέων αυτών ερευνητών-καλλιτεχνών της ομάδας να συγκεράσουν γνώση, έρευνα και έκφραση, μορφή και περιεχόμενο σε ένα μέσο κοινό. Και για τελευταίο τούτο: η αναζήτηση μιας δικής τους ταυτότητας, ενός δικού τους στίγματος στον «χάρτη», σε ένα ταξίδι από παλαιά και νέα μονοπάτια.

Τα «Μαγικά βουνά» στον Νέο Κόσμο ξεκίνησαν από τα εργαστήρια του μεταπτυχιακού κύκλου σπουδών του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών της Αθήνας, υπό την σκέπη του καθηγητή Παναγιώτη Μιχαλόπουλου. Συνεχίστηκαν σε υπόστεγα βιβλιοθηκών και αρχείων, όπου οι καλλιτέχνες πέρασαν πολλές ώρες. Και βρήκαν γρήγορα την έξοδο στα «Ψηλά βουνά» των Τζουμέρκων, αναπνέοντας την ελεύθερη έκφραση του θεάτρου της τεκμηρίωσης, του αυτοσχεδιασμού και της μεταδραματικής φόρμας. Με αυτά παρακολουθούμε τη σύντομη ιστορία ενός θιάσου που συστήθηκε γύρω από τον Κοτζιούλα στο Βουργαρέλι για να δείξει παραστάσεις στον λαό, μα και για να παρακινήσει τον λαό στην επαναστατική δράση. Παράλληλα παρουσιάζονται σωζόμενα έργα του Κοτζιούλα, ένα με θέμα τον γηγενή ήρωα Καραϊσκάκη, που παρακινεί τους θεατές του να συμμετάσχουν στο αντάρτικο, και ένα άλλο, μια κωμωδία, που στηλιτεύει τη διαφθορά του συστήματος και αντιπροτείνει τη ριζική αναμόρφωσή του μετά τη νίκη των αντάρτικων όπλων. Στη φόδρα της παράστασης έχουν κεντηθεί φράσεις από το αρχείο του Κοτζιούλα, ενώ δεν λείπουν αναφορές σε νούμερα ή ποιήματα (όπως της «Γριάς της βαβάς μ’» του Παπαντωνίου) που συμπληρώνουν την εικόνα από τις παραστάσεις του βουνού.

Μα, όπως είπαμε, δεν είναι μόνο αυτό το ζητούμενο. Είναι να δούμε το όλον «απέξω» και ως «διαδικασία». Ετσι, ο ιστορικός θίασος του βουνού περνά κάποτε σε δεύτερο πλάνο και οι ηθοποιοί της παράστασης φανερώνουν τον πολλαπλό χαρακτήρα της πρότασής τους, μεταξύ επιτέλεσης και ντοκουμέντου, δραματουργίας και μεταθεάτρου. Και όλο αυτό χωρίς το αποτέλεσμά τους να στερηθεί την άδολη συγκίνηση. Δεν είναι τόσο η ίδια η κατάθεση του Κοτζιούλα που την προκαλεί (εξάλλου σοφά οι ηθοποιοί προσεγγίζουν το θέμα τους χωρίς ίχνος σοβαροφάνειας). Δεν είναι το πρόσωπο του συγγραφέα (ούτως ή άλλως η αναθεώρηση της συνολικής προσφοράς του δεν μπορεί να αποτελέσει ζήτημα μόνο μιας παρόμοιας καλλιτεχνικής εκδήλωσης). Είναι κάτι άλλο. Ισως είναι η αίσθηση ότι ανακαλύπτουμε εδώ έναν κρίκο της ιστορίας ή μια πηγή χωρίς την οποία δεν μπορούμε να κατανοήσουμε άλλα, βασικά στοιχεία της δικής μας «Μεταπολίτευσης» (όπως, ας πούμε, την ίδρυση του Θεσσαλικού και του Ηπειρωτικού Θεάτρου). Ισως είναι πάλι η βαθιά χαρμολύπη που αναπέμπεται στο τέλος των «Μαγικών βουνών», από το αίσθημα μιας αποσιώπησης άδικης και την κατάφαση μιας νίκης που δεν αφορά τους «νικητές» αλλά τους «νικημένους» της επίσημης Ιστορίας.

Μαζί με τους υπεύθυνους της δραματουργίας και τους σκηνοθέτες Δημήτρη Αγαρτζίδη και Δέσποινα Αναστάσογλου, τους ρόλους των νικημένων νικητών του μαγικού βουνού αναλαμβάνουν οι Μαρκέλλα Γιαννάτου, Βίκυ Κατσίκα και Αρης Λάσκος. Η πεποίθησή τους σε ό,τι κάνουν είναι τόση ώστε να περισσεύει ο όποιος άλλος σχολιασμός. Μα θέλω να σημειώσω χωριστά το περίφημο σκηνικό της Μαγδαληνής Αυγερινού -ένα τεράστιο πανό που συνδέει μόνο του «το θέατρο του βουνού» με την εικαστική ουτοπία του ποιμενικού δράματος. Πιο ουσιαστική αναφορά σε ένα λησμονημένο θέατρο από αυτήν που του χαρίζει ένα θέατρο σαν και αυτό, στραμμένο στη μνήμη και την ουτοπία, δεν βρίσκω άλλη.