ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Αγγελίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο Δικαστήριο της Ε.Ε., στο Λουξεμβούργο, κρίνεται σήμερα η νομιμότητα και η τύχη της αμφιλεγόμενης ΚΥΑ που χαρακτηρίζει την Τουρκία «ασφαλή τρίτη χώρα» για πρόσφυγες που φτάνουν στην Ελλάδα από συγκεκριμένες εθνικότητες, μεταξύ των οποίων η Συρία και το Αφγανιστάν. Η απόφαση του Δικαστηρίου αναμένεται να έχει ευρύτερες προεκτάσεις για την ευρωπαϊκή προσφυγική πολιτική, καθώς το νέο Σύμφωνο για το Ασυλο περιλαμβάνει την έννοια της «ασφαλούς τρίτης χώρας», για να νομιμοποιήσει συνοπτικές απελάσεις προσφύγων σε τρίτες χώρες, χωρίς να εξετάσει τα αιτήματά τους για άσυλο.

Ενώπιον του Δικαστηρίου θα συζητηθούν σε προφορική ακρόαση τα προδικαστικά ερωτήματα που έστειλε η Ολομέλεια του ΣτΕ, ζητώντας από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει την ευρωπαϊκή νομοθεσία, πριν βγάλει απόφαση το ΣτΕ επί της αίτησης ακύρωσης της ΚΥΑ που κατέθεσαν δύο οργανώσεις, το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (ΕΣΠ) και η Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο (Refugees Support Aegean – RSA).

Η ΚΥΑ που πρωτοϋπέγραψαν τον Ιούνιο του 2021 ο τότε υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Νότης Μηταράκης, και ο τότε αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, σημαίνει ότι το αίτημα ασύλου των προσφύγων από πέντε εθνικότητες (Συρία, Αφγανιστάν, Σομαλία, Πακιστάν, Μπαγκλαντές), τότε ποσοστό περίπου 70% των προσφύγων που έφταναν στην Ελλάδα, δεν μπορούσε να εξεταστεί στην Ελλάδα, αλλά οι πρόσφυγες θα έπρεπε να απελαθούν στην Τουρκία και να καταθέσουν εκεί αίτημα ασύλου.

Ομως, από τον Μάρτιο του 2020, η Τουρκία, επικαλούμενη τους ταξιδιωτικούς περιορισμούς λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, σταμάτησε να δέχεται πρόσφυγες από την Ελλάδα. Σύμφωνα με τη γνώμη της πλειοψηφίας της Ολομέλειας του ΣτΕ που δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 2023, «δεν είναι δυνατός ο χαρακτηρισμός τρίτης χώρας ως ασφαλούς, εφόσον δεν προκύπτει ότι θα καταστεί εφικτή η εισδοχή ή η επανεισδοχή του αιτούντος διεθνή προστασία στην εν λόγω τρίτη χώρα, διότι, στην αντίθετη περίπτωση, θα παρατεινόταν απλώς ο χρόνος εξέτασης του υποβληθέντος αιτήματος διεθνούς προστασίας και η αβεβαιότητα του αιτούντος ως προς το καθεστώς παραμονής του στη χώρα, στην οποία υπέβαλε το αίτημα, χωρίς να αποκλείεται ο κίνδυνος επαναπροώθησής του σε χώρα στην οποία κινδυνεύει να υποστεί δίωξη […] και το ενδεχόμενο διατάραξης των διεθνών σχέσεων των κρατών».

Ωστόσο, η Ολομέλεια του ΣτΕ ανέστειλε την οριστική απόφασή της για το θέμα, ρωτώντας πρώτα το Δικαστήριο της Ε.Ε. αν, σύμφωνα με το άρθρο 38 της Οδηγίας για το Ασυλο (2013/32/ΕΕ), η μη δυνατότητα απέλασης προσφύγων σε μια χώρα σημαίνει ότι η χώρα αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ασφαλής ή όχι και αν ο χαρακτηρισμός αυτός κρίνεται κάθε φορά κατά την εκτέλεση μιας απόφασης απέλασης και όχι γενικώς.

Χιλιάδες σε επισφάλεια

Οι δύο οργανώσεις, νομικοί εκπρόσωποι των οποίων θα βρεθούν σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου στο Λουξεμβούργο, επισημαίνουν σε κοινή ανακοίνωση ότι η εφαρμογή της ΚΥΑ «συνεπάγεται την απόρριψη από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές αιτήσεων ασύλου ως απαράδεκτων, θέτοντας έτσι χιλιάδες αιτούντες και αιτούσες άσυλο, που η Τουρκία δεν τους δέχεται, σε καθεστώς επισφάλειας, χωρίς χαρτιά, υπό συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού, οικονομικής εξουθένωσης, αστεγίας, με κίνδυνο ακόμη και παρατεταμένης κράτησης στη χώρα μας». Σημειώνουν επίσης την υποχρέωση της Ελλάδας να εξετάσει τα εν λόγω αιτήματα ασύλου, όπως έχουν επισημάνει μεταξύ άλλων ο Συνήγορος του Πολίτη και η Ευρωπαία επίτροπος Εσωτερικών.

Οι οργανώσεις υπογραμμίζουν επίσης ότι η ευρωπαϊκή και ελληνική πολιτική που βασίζεται στην έννοια της «ασφαλούς τρίτης χώρας», ακρογωνιαίο λίθο της ευρωτουρκικής συμφωνίας για το προσφυγικό, «έχει επί χρόνια μετατρέψει τα ελληνικά νησιά σε τόπο εγκλωβισμού χιλιάδων κατατρεγμένων και διωγμένων» και έχει «γεννήσει ευρωπαϊκά σύμβολα ντροπής, όπως η Μόρια», ενώ «η Τουρκία δεν παρέχει τη διεθνή προστασία της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 σε άτομα που αιτούνται διεθνή προστασία, προερχόμενα από μη ευρωπαϊκές χώρες».

«Καλούμε για μια ακόμη φορά τις ελληνικές και ευρωπαϊκές αρχές να σεβαστούν την ευθύνη προστασίας των προσφύγων, ώστε να αποφευχθεί και η περαιτέρω διολίσθηση του ευρωπαϊκού κεκτημένου για το άσυλο και των θεμελιωδών αρχών και αξιών προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου», καταλήγουν