Ασφαλώς, ο τίτλος αντλείται από την ταινία του Ιταλού σκηνοθέτη Μικελάντζελο Αντονιόνι «Επάγγελμα: Ρεπόρτερ» (Professione: Reporter, 1975), η οποία αποτελεί το τρίτο μέρος της δεύτερης τριλογίας του σκηνοθέτη στην οποία καταγράφεται η πορεία αναζήτησης ελευθερίας από τον σύγχρονο άνθρωπο.
Πορεία που συνεπάγεται κινδύνους, όπως προειδοποιεί η ταινία. Καλύτερα δεν είναι το επάγγελμα του μοντέρ–κομιστή; Ιδίως αυτού που, με παραθεσμικό και παράτυπο τρόπο, αποκτά άμεση πρόσβαση σε υψίστης σπουδαιότητας υλικό, και μέσα σε ελάχιστο χρόνο και με επιδέξια «κοπτοραπτική» το προσαρμόζει καταπώς βολεύει τα αφεντικά του, τα οποία του ανέθεσαν τη συγκεκριμένη πολύ λεπτή όσο και σημαντική για την «επιβίωσή» τους αποστολή;
Η δύναμη της τέχνης του μοντάζ έχει αποδειχθεί ήδη από τα πρώτα χρόνια της ανάπτυξης του κινηματογράφου, νωρίτερα ακόμα και από τις ταινίες του Σεργκέι Αϊζενστάιν και τα πειραματικά μοντάζ του Λεβ Κουλέσοφ κατά τη δεκαετία του 1920, με τις βωβές ταινίες των Ζορζ Μελιές και Ντέιβιντ Γκρίφιθ. Αποτελεί κοινό τόπο ότι το ίδιο υλικό στα χέρια δύο διαφορετικών μοντέρ θα δώσει εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα, το οποίο σχετίζεται κάθε φορά με την εννοιολόγηση και την πλαισίωση του υλικού αυτού, δηλαδή με το τι είδους περιεχόμενο του αποδίδεται και σε ποιο γενικότερο πλαίσιο εντάσσεται αυτό που θέλει να αναδειχθεί και να εκπέμψει ως μήνυμα.
Η προπαγανδιστική δύναμη της εικόνας (φωτογραφικής, κινηματογραφικής, τηλεοπτικής) έγινε πολύ γρήγορα αντιληπτή από τις κάθε λογής εξουσίες. Η «απάλειψη» προσώπων από φωτογραφίες όταν αυτά γίνονταν ανεπιθύμητα στην εκάστοτε εξουσία, ώστε να μην εμφανίζονται πλέον σε κοινές φωτογραφίες με τον «ηγέτη», είναι ένα παράδειγμα. Ο Χίτλερ ανέθεσε στη Γερμανίδα σκηνοθέτρια Λένι Ρίφενσταλ την προπαγανδιστική κινηματογράφηση των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου το 1936, παράγοντας εικόνες που μετέδιδαν σε ολόκληρο τον κόσμο το μήνυμα της παντοδύναμης και υπεράνω όλων Γερμανίας που οικοδομούσε. Ο Ελληνας σκηνοθέτης Νίκος Περάκης στην ταινία «Bios + πολιτεία» (1987) μας διδάσκει πώς «στρογγυλεύεται» μια είδηση στο τηλεοπτικό ρεπορτάζ (και μοντάζ).
Παρά τον πάνδημο σάλο που έχει προκληθεί και την καθολική απαίτηση για αλήθεια στο έγκλημα των Τεμπών, στην πρόσφατη τριήμερη κοινοβουλευτική διαδικασία της συζήτησης πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης δεν ακούστηκε το όνομα του μοντέρ-κομιστή του ηχητικού υλικού των καταγεγραμμένων συνομιλιών των μηχανοδηγών με τον σταθμάρχη της Λάρισας το μοιραίο εκείνο βράδυ. Με την υπόθεση Ζαχόπουλου» το 2007 εισήλθε στο πολιτικό γίγνεσθαι η λέξη «κομιστής», ήτοι αυτός που παρέδωσε το τότε επίμαχο βίντεο. Τώρα ο όρος αναβαθμίζεται σε «μοντέρ-κομιστής», όρος που αποδίδει τον πιο ενεργό ρόλο όσων εμπλέκονται στο μοντάρισμα και την προώθηση προς δημοσιοποίηση των «πειραγμένων» συνομιλιών.
*(Ph.D)2, καθηγητής Ιατρικής Φυσικής – Υπολογιστικής Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης
