ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η χθεσινή ημέρα ήταν αφιερωμένη στη μνήμη της Μελίνας και στα 30 χρόνια από τον θάνατο της γυναίκας που καθόρισε την έννοια «οραματική πολιτιστική πολιτική». Ομως από χθες η 6η Μαρτίου δεν θα συμπίπτει μόνον με αυτή τη μελαγχολική επέτειο, αλλά και με αυτήν του συνθέτη, τραγουδοποιού, ενορχηστρωτή και μουσικού Δήμου Μούτση, που πέθανε στα 86 του χρόνια. Αρκετοί περιέγραφαν βέβαια χθες στη σύγχρονη Αγορά των social media, στα οποία και του ίδιου του Μούτση του άρεσε να παρεμβαίνει συχνά-πυκνά, μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, επικαλούμενοι κυρίως την προ τριετίας καταγγελία της ενήλικης Λυδίας Σέρβου για τη σεξουαλική κακοποίηση από τον συνθέτη του 15χρονου εαυτού της – μια σκοτεινή υπόθεση που παρέμεινε νομικά εκκρεμής, οδηγώντας ωστόσο τότε το ΜέΡΑ25 του Γιάνη Βαρουφάκη με το οποίο ο Μούτσης είχε κατεβεί στις ευρωεκλογές ως υποψήφιος ευρωβουλευτής να αποφασίσει την αναστολή της κομματικής του ιδιότητας, αφήνοντας έκτοτε τον συνθέτη σε μια συνθήκη απομόνωσης και σιωπής.

Δεν είναι ότι ο νεκρός δεδικαίωται. Το ταλέντο όμως, όπως και το μεγάλο έργο, ναι, δεδικαίωται, κάποτε αυτονομείται, σίγουρα «συστεγάζει» το κοινό λαϊκό αίσθημα, τις αναμνήσεις, όσα μας ενώνουν σε ένα ρεφρέν, ακόμα κι αν αυτό π.χ. προφητεύει ήδη με ανατριχιαστική ακρίβεια από το ’83 τη «σκοτεινή και παράξενη εποχή», τη «σιωπηλή μουσική», την «ηχηρή μοναξιά» και την «πολυσύχναστη ερημιά».

Οι στίχοι στο «Γουώκμαν» («Ενέχυρο») ήταν του ίδιου του Μούτση που και μέχρι εκεί είχε κάνει μια τεράστια πορεία, επανεφευρίσκοντας κάθε τόσο, από δουλειά σε δουλειά, τον μουσικό του εαυτό. Είχε αυτή την ιδιότητα. Εκανε μεγάλες προσωπικές υπερβάσεις. Είχε επίσης την ιδιότητα να συγκεράζει στο συνθετικό του ταλέντο τις προσλήψεις του ως ακροατή. Αυτές που ξεκίνησαν σε πολύ μικρή ηλικία από τη συμφωνική μουσική σε όλη την γκάμα (από το Μπαρόκ μέχρι και τον 20ό αιώνα) και χωρίς ποτέ να την εγκαταλείψουν ανακάλυψαν πιο μετά τον Μίκη και τον Βαμβακάρη, τον Μπομπ Μάρλεϊ και τη ρέγκε, τους Pink Floyd, τους Procol Harum, πιο μετά τον Σανταολάγια (και όσους είχε ονοματίσει έναν έναν το 2014 στον Φώτη Γκίκα και στη Lifo, σε μία από τις σπανιότατες συνεντεύξεις που είχε δώσει).

Σπουδαίος, μεγάλος συνθέτης και σπουδαίος ενορχηστρωτής. Με το προνόμιο να έχει συνεργαστεί με μερικούς από τους πιο «αρχετυπικούς» στιχουργούς του ελληνικού τραγουδιού: τον Γκάτσο καταρχάς, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και τον Μάνο Ελευθερίου βέβαια, τον Βασίλη Ανδρεόπουλο, τον Τριπολίτη… Εκτός από ακροατής ήταν και μανιώδης αναγνώστης, ποίησης κυρίως: «Τα τελευταία χρόνια διαβάζω λιγότερο γενικά. Πιο πολύ διαβάζω ποίηση. Τα ίδια και τα ίδια κι όλο κάτι καινούργιο ανακαλύπτω. Νομίζεις πως οι λέξεις έχουν κιτρινίσει απ’ το κοίταγμα. Αυτός ο παν-μέγιστος ο Σολωμός, που κάθε του στίχος φτιάχνει ολόκληρη γλώσσα. Ο Καβάφης, που τον πεθάνανε φέτος, τον ρημάξανε… πού να το πεις αυτό! Τέλος πάντων. Ο Ρεμπώ. Είναι μεγάλο πράμα να διαβάζεις τους ποιητές στη γλώσσα τους. (…) Επίσης διαβάζω Πάουντ στις μεταφράσεις του Σεφέρη. Ο Σεφέρης είναι επίσης ένας μεγάλος ποιητής», έλεγε στον Φώτη Γκίκα.

Και βέβαια δεν τους διάβασε μόνον τους ποιητές ο Μούτσης. Τους μελοποίησε κιόλας, στην πρωτοποριακή «Τετραλογία» του ’75, όταν πολύ νωρίς τόλμησε να βάλει μουσική, χρησιμοποιώντας μάλιστα σινθεσάιζερ, στον Καβάφη, τον Ρίτσο, τον Σεφέρη και τον Καρυωτάκη, με ερμηνευτές τον Μανώλη Μητσιά, τον Χρήστο Λεττονό και την πρωτοεμφανιζόμενη τότε Αλκηστη Πρωτοψάλτη.Αλλά δεν ήταν τόσο για τη μελοποιημένη ποίηση που ο κόσμος λάτρεψε τον Μούτση και έβαλε στις παρέες τα τραγούδια του.

Ηταν για τα πρώτα πρώτα 45άρια με τα μεγάλα τραγούδια σε στίχους του Γκάτσου. Ηταν για τον «Αγιο Φεβρουάριο» με τη σπουδαία Πετρή Σαλπέα και τον -φαντάρο ακόμα τότε- Δημήτρη Μητροπάνο. Ηταν για τα τραγούδια από το «Φράγμα» που σε στίχους του Κώστα Τριπολίτη απογείωσε η φωνή της Σωτηρίας Μπέλλου. Κι από αυτά το διαχρονικό «Δε λες κουβέντα», με τα πρώτα μουσικά μέτρα να αρκούν για να προκαλέσουν στον καθένα από εμάς συνειρμούς από προσωπικές διαδρομές και κυριακάτικα τραπέζια, αλλά και συλλογικές πίκρες.

Μάλλον γι’ αυτό παρασύρθηκε χθες και η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και επικαλέστηκε στο συλλυπητήριο μήνυμά της τους στίχους με έναν μάλλον άτσαλο τρόπο που κατέληξε σε μια πρόταση-εξτραβαγκάντσα: «Ο Δήμος Μούτσης έφυγε σήμερα, “ψάχνοντας για μια διέξοδο, γυρεύοντας μια αλλιώτικη ζωή”»! Κατά τα άλλα βέβαια ήταν ακριβείς οι επισημάνσεις της υπουργού, όπως ότι ο Μούτσης «με στέρεη μουσική παιδεία, αφήνει πίσω του ένα έργο με ευρύτατη γκάμα, που χαρακτηρίζεται από την αδιάλειπτη επεξεργασία των εκφραστικών του μέσων και από έναν διαρκή πειραματισμό σε νέους ήχους, καταλήγοντας, πολύ συχνά, σε μια άψογη ώσμωση του λαϊκού με το σύγχρονο (…) Τα τραγούδια του άλλοτε συντονίζονται με τα συλλογικά αιτήματα της κοινωνίας, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1970, και άλλοτε αναδίδουν έναν προσωπικότερο, ενίοτε σχεδόν μοναχικό τόνο, συγκροτώντας ένα έργο που δίκαια αγκαλιάστηκε από το κοινό, κατακτώντας περίοπτη θέση στη σύγχρονη μουσική δημιουργία».