Και ενώ διαβάζουμε για το λαμπρό μέλλον της πόλης μας όταν ολοκληρωθεί μετά από δέκα τουλάχιστον χρόνια η γραμμή 4 του μετρό και η μετεγκατάσταση του γηπέδου του Παναθηναϊκού στον Βοτανικό, όταν αλλάξει όψη το μοναδικής αρμονίας Αρχαιολογικό Μουσείο ή ακόμα όταν φυτευτεί η «έξυπνη πόλη» στο Ελληνικό, που θα προτείνει προφανώς από τους ουρανοξύστες της στη μη έξυπνη το μοντέλο της, ζούμε καθημερινά την χωρίς προηγούμενο φθορά της Αθήνας. Μία επίμονη φθορά που δεν μπορούν να κρύψουν οι εξαγγελίες για μία αναγκαία θεραπεία, η οποία τόσο βασανιστικά αργεί.
Η «αναβάθμιση», ο «εκσυγχρονισμός» της Αθήνας αποτελεί μόνιμο στόχο της εκάστοτε δημοτικής αρχής, με έναν τρόπο που προσδίδει στην πόλη έναν εφήμερο και ρευστό χαρακτήρα. Η επιδίωξη του μνημειακού στοιχείου, που έδωσε θετικά αποτελέσματα από τον 19ο αιώνα και επέδρασε θετικά και στη λαϊκή αρχιτεκτονική, έχει δώσει τη θέση του στην ανερμάτιστη αναζήτηση του εντυπωσιασμού είτε στην απροσχημάτιστη κακογουστιά.
Ενας πυρετός αλλαγών με αμφίβολης ποιότητας και αισθητικής υλικά, μία πόλη πλεϊμομπίλ, όπου ούτε οι γιορτές και οι αγώνες δεν μπορούν να ξεφύγουν από την υπερβολή και το κιτς. Χωρίς μάλιστα να διαθέτουν την αθωότητα ενός no budjet γεγονότος, αφού οι λυόμενες κατασκευές που ανεγείρονται, στο τραυματισμένο Σύνταγμα και αλλού, είναι πανάκριβες.
Τα δυσκίνητα τουριστικά λεωφορεία των τουρ οπερέιτορς μπλοκάρουν από την άλλη μόνιμα την κίνηση σε πάσχοντες δρόμους, όπως η οδός Αθηνάς, και οι πεζοί τουρίστες σχολιάζουν συνθήματα τύπου tourists go home αν και τα ταξί τούς προτιμούν από τους ιθαγενείς.
Ενα χάος από σπασμένες πλάκες στα δυσλειτουργικά πεζοδρόμια, διαφορετικές μεταξύ τους ανάλογα με την εργολαβική προσφορά, συναντά τα σπασμένα ρείθρα που έχουν διαφορετικά ύψη είτε εξαφανίζονται από τις αυθαίρετες καταπατήσεις προκειμένου να υπάρξει μία ακόμα είσοδος γκαράζ εις βάρος της πόλης. Και δίπλα στο χάος αυτό, η χαμηλή ποιότητα υλικών γεμίζει τους δρόμους με διαδοχικά μπαλώματα, σαν ξαναχρησιμοποιημένα χανσαπλάστ ανίκανα να γιατρέψουν την κακοτεχνία. Θνησιγενείς λύσεις ανάγκης που κάθε τόσο σπάνε δημιουργώντας την αίσθηση μιας πόλης αέναου εργοταξίου.
Πόλεμος ανάμεσα σε λακκούβες και μπαλώματα, με τις λακκούβες να υπερισχύουν μονίμως. Η αδιαφορία, η προχειρότητα, η βαναυσότητα δεν τραυματίζουν ωστόσο μόνον την πόλη με τα κτίσματα και τα κενά της, όταν και όσο αυτά σε κάποιες ευτυχείς περιοχές της επιμένουν να υπάρχουν βοηθώντας την να ανασάνει. Από την εποχή του Πλάτωνα γνωρίζουμε ότι το άστυ συνδέεται με την πολιτεία, το πολίτευμα όχι στην τυπική αλλά στην πιο ουσιαστική διάστασή του. Με άλλα λόγια, οι λακκούβες και τα μπαλώματα καραδοκούν επίσης και στην πολιτική, στην οικονομία, στην παιδεία. Δεν αξίζουν στην πόλη, στη χώρα μας.
