Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Εθνική Πινακοθήκη για πρώτη φορά έδειξε στο κοινό τη διαδικασία συσκευασίας και μεταφοράς ενός έργου τέχνης. Πρόκειται για την εμβληματική εγκατάσταση του Βλάση Κανιάρη «Arrivederci – Willkomen» (Εις το επανιδείν – Καλώς ήλθατε), που κουβαλάει τις ελπίδες των μεταναστών για μια καλύτερη ζωή και τώρα αρχίζει το ταξίδι της για το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Φρανκφούρτης

Το πρώτο έργο που αντικρίζει (ο σωστός χρόνος είναι αντίκριζε) ο επισκέπτης της έκθεσης «Αστυγραφία» στην Εθνική Πινακοθήκη είναι η εμβληματική εγκατάσταση του Βλάση Κανιάρη «Arrivederci – Willkomen» (Εις το επανιδείν – Καλώς ήλθατε), με ανδρείκελα μιας οικογένειας μεταναστών που αναχωρεί κουβαλώντας σε ένα ξύλινο «τρενάκι» από καφάσια τα πιο πολύτιμα υπάρχοντά της, ενώ στην άλλη πλευρά περιμένουν τα «πρόσωπα» που τους υποδέχονται.

Ενα έργο που ο Κανιάρης έκανε το 1976 στο Βερολίνο και «έχει μέσα του το DNA της μετακίνησης», όπως τονίζει η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Συραγώ Τσιάρα, όχι μόνο γιατί εκφράζει την έννοια της μετανάστευσης «που συνοδεύεται από την προσδοκία της βελτίωσης των όρων ζωής». Ενα έργο που έχει μετακινηθεί πολύ, από αποθήκη σε αποθήκη στην Αθήνα, όπως συνήθιζε ο δημιουργός του και όπως αποκάλυψε ο γιος του, Αλέξης Κανιάρης, ενώ επίσης εκτέθηκε στην γκαλερί Kalfayan και ταξίδεψε μέχρι την Μπιενάλε της Γκουανγκτζού στην Κορέα το 2014. Τώρα είναι έτοιμο να αναχωρήσει για το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Φρανκφούρτης, που στις 12 Απριλίου εγκαινιάζει αφιέρωμα σε καλλιτέχνες που εργάστηκαν στη Γερμανία τη μεταπολεμική περίοδο (από την Ελλάδα συμμετέχει και ο Γιάννης Ψυχοπαίδης). Με την ευκαιρία αυτή η Εθνική Πινακοθήκη άνοιξε τις πόρτες της την Τρίτη 5 Μαρτίου στο κοινό για να αποχαιρετήσει το «Arrivederci – Willkomen» και να παρακολουθήσει για πρώτη φορά από κοντά τη διαδικασία συσκευασίας και μεταφοράς του.

Ενισχύοντας την εξωστρέφεια της Εθνικής Πινακοθήκης, αποκαλύπτοντας τα «παρασκήνια» του μουσείου και αθέατες διεργασίες του στο ευρύ κοινό (είχε προηγηθεί την περασμένη άνοιξη η παρουσίαση της διαδικασίας συντήρησης του μνημειακού έργου του Charles Luis Lucien Muller «30ή Μαρτίου 1814»), η Συραγώ Τσιάρα προσκάλεσε σε ένα ομαδικό «arrivederci» του «Arrivederci -Willkomen» και γίναμε αυτόπτες μάρτυρες των «μυστικών» της συντήρησης και της συσκευασίας του.

Είδαμε με πόση προσοχή, σχεδόν με ευλάβεια, η ομάδα συντήρησης της Εθνικής Πινακοθήκης, φορώντας λευκές ποδιές και λευκά γάντια, άρχισε να σκουπίζει με πινέλο με πολύ μαλακές τρίχες τα ρούχα από τα ανδρείκελα του Βλάση Κανιάρη. Στηρίγματα από stratocell τοποθετήθηκαν στα πόδια τους και τυλίχτηκαν με μαλακό χάρτινο ύφασμα και στη συνέχεια με πλαστικές σακούλες. Ειδικευμένοι μεταφορείς τα έβαλαν σε χάρτινα κουτιά και τα περιέλουσαν με χιλιάδες μικρά κομμάτια από λευκό αφρώδες υλικό -γαριδάκια, όπως τα ονομάζουν- ώστε να μην υπάρχουν κενά και να απορροφούνται οι κραδασμοί. Σταδιακά τα χάρτινα κουτιά τοποθετούνται μέσα σε μεγαλύτερα ξύλινα κιβώτια – για την εγκατάσταση του Κανιάρη χρειάστηκαν τρία ξυλοκιβώτια. Οπως μας πληροφόρησε η Αγνή Τερλιξή, αναπληρώτρια προϊσταμένη της Διεύθυνσης Συντήρησης και Αποκατάστασης Εργων Τέχνης στην ΕΠΜΑΣ, κάθε φορά που ένα έργο τέχνης έρχεται για να εκτεθεί και κάθε φορά που αναχωρεί συνοδεύεται από ένα «Δελτίο Καταγραφής», όπου καταγράφεται λεπτομερώς η κατάστασή του και τεκμηριώνεται με ψηφιακές φωτογραφίες. Κάθε αντικείμενο που απαρτίζει την εγκατάσταση του Κανιάρη συνοδεύεται στο ταξίδι του από ξεχωριστό δελτίο καταγραφής.

Ομως, όση σημασία δίνεται στα σύγχρονα υλικά για την προστασία των έργων τέχνης από φθορές, άλλη τόση δίνεται και στον έλεγχο της θερμοκρασίας, που τα προφυλάσσει από την υγρασία, όχι μόνο στις αίθουσες της Εθνικής Πινακοθήκης αλλά και στα κοντέινερ που τα μεταφέρουν.

Οσα είδαμε από κοντά ήταν μόνο η αρχή της πολύωρης διαδικασίας της συσκευασίας του σπουδαίου έργου του Βλάση Κανιάρη, ιδιαίτερα επίκαιρο τώρα που τα ζητήματα μετανάστευσης είναι πάλι στο προσκήνιο, ιδιαίτερα συγκινητικό καθώς κουβαλάει στο «τρενάκι των προσδοκιών», μαζί με τα παιδικά παιχνίδια και τα καταναλωτικά αγαθά κλεισμένα σε χάρτινες και μεταλλικές συσκευασίες, τις ελπίδες και τα όνειρα των ανθρώπων που φεύγουν για μια καλύτερη ζωή.

Ο ευφυής καλλιτέχνης, που έφυγε από τη ζωή το 2011 σε ηλικία 83 ετών, από νωρίς ήρθε σε επαφή με τα ευρωπαϊκά ρεύματα της τέχνης στη Ρώμη, στο Παρίσι, ενώ ως υπότροφος της Γερμανικής Υπηρεσίας Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών (DΑΑD, 1973-1975) έζησε και εργάστηκε στο Δ. Βερολίνο όπου δημιούργησε την περίφημη σειρά με τους γκασταρμπάιτερ, «θέτοντας το ζήτημα της προσφυγιάς, της μετανάστευσης και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνεται», επισημαίνει η Σ. Τσιάρα, αποτυπώνοντας «πέρα από την ιστορικότητα της περιόδου και την εξέλιξη της κουλτούρας της διαφήμισης και του σχεδιασμού προϊόντων».

Δημιουργός με πολιτική και κοινωνική ευαισθησία, ήταν «προσηλωμένος με κοινωνικό ενδιαφέρον στον τρόπο ζωής των ανθρώπων», ενώ τον «μελέτησε χρησιμοποιώντας μεθόδους της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της έρευνας των ιστορικών. Αυτό φαίνεται στο συγκεκριμένο έργο, που το συνοδεύει ένας στατιστικός χάρτης ο οποίος αναφέρεται στη μετακίνηση πληθυσμών από χώρες του Νότου προς τον Βορρά, και δείχνει σχέσεις δύναμης, εξουσίας, εργασίας, άνισης οικονομικής ανάπτυξης…».

Οπως είχε πει ο ίδιος ο καλλιτέχνης σε μια συνέντευξή του στον Χρ. Μαρίνο το 2008: «Είναι ο ίδιος ο μηχανισμός, ο οικονομικός μηχανισμός που διώχνει. Οπως με μας, έτσι και σε άλλες χώρες, απαλλάσσεται από έναν αριθμό εργατικών χεριών που δεν μπορεί να θρέψει, για πολλούς και διάφορους λόγους. (…) Οπως διώχνουν αυτήν τη στιγμή τους μαύρους ή φεύγουν, έτσι και σε μας ο τόπος ήταν απαλλαγμένος πια –επί Καραμανλή– από έναν μεγάλο αριθμό χεριών που δεν μπορούσε να τους δώσει δουλειά και συγχρόνως σταμάταγε και εκείνη η πίεση, που γινόταν στο τέλος πίεση πολιτική και ιδεολογική από όλες αυτές τις ομάδες των ανθρώπων. Ο καπιταλιστικός μηχανισμός που διώχνει τους μετανάστες είναι ο ίδιος που τους υποδέχεται και τους χρησιμοποιεί. Εξού και το “Arrivederci” και το “Willkommen”».

Αξίζει να σημειωθεί πως με τη συμμετοχή στην «Αστυγραφία» αυτού του έργου που ανήκει στη συλλογή της Ειρήνης Παναγοπούλου και με τη συμβολή της επιμελήτριας της ΕΠΜΑΣ Λίνας Τσίκουτα αποκαταστάθηκε η σχέση «αγάπης και κακίας» που είχε ο Βλάσης Κανιάρης με την Εθνική Πινακοθήκη, όπως είπε ο γιος του, ο οποίος μοιράστηκε τις αναμνήσεις του. «Πριν από 40 χρόνια ο πατέρας μου είχε αποθήκες στην Αθήνα και συνέχεια με ρωτούσε πώς θα μετακινήσει τα έργα από τη μια στην άλλη. Του άρεσε πολύ να μετακινεί. Ενα Σαββατοκύριακο, μετά από ξενύχτι, έβαλα κάποια έργα του σε ένα παλιό φορτηγό, τα στοίβαξα και ρώτησα τον φορτηγατζή: “Τώρα τι θα βάλουμε στο δελτίο αποστολής;”. “Μην ανησυχείς”, μου απαντάει, “θα γράψουμε χωματερή!”. Μια άλλη φορά έβαλα ένα έργο του, ένα κουτί με σίδερα που προεξείχαν, στο αυτοκίνητό μου και μου έσκισε το κάθισμα. Μου λέει ο πατέρας μου, “δεν πειράζει, αυτό το έργο έχει αξία και κάποια μέρα θα το συγχωρέσεις!”».

Πάντως, στην Εθνική Πινακοθήκη πήρε παράταση και συνεχίζεται έως τις 12 Μαΐου, έστω και χωρίς την εμβληματική εγκατάσταση του Βλάση Κανιάρη, η επιτυχημένη έκθεση «Αστυγραφία / Urbanography. Η ζωή της πόλης τις δεκαετίες 1950-1970» για το αστικό βίωμα μέσα από το βλέμμα 78 δημιουργών, 202 εικαστικών έργων και 22 ταινιών.