ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρύσα Φάντη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Αυτοκτόνησα με ασιτία. Θα ’θελα το κορμί μου να καεί και η στάχτη να πεταχτεί στην τουαλέτα οποιουδήποτε παρακμιακού καφενείου, αρκεί να λειτουργεί το καζανάκι, όπως λέει ο φίλος μου Νίκος Χτιστάκης. Αλλά στην κωλοελλάδα δεν έχουμε κρεματόρια, κι εδώ στην καλή Λειχούρα ούτε καν καφενείο. Αναγκαστικά λοιπόν σε λάκκο, όμως παρακαλώ ανώνυμα, κηδεία απόρου, δίχως σταυρούς, μάρμαρα, παπάδες, τελετές».

Στο μυθιστόρημα του Φύσσα, Ο Μέσκουλας αποσύρεται για να πεθάνει, που κυκλοφόρησε κάτι λιγότερο από δύο μήνες πριν από το αιφνίδιο τέλος του συγγραφέα του, σ’ αυτή τη ρηξικέλευθη και αιρετική αφήγηση, η οποία συν τοις άλλοις κατάφερε να κλείσει στους κόλπους της και να διαχειριστεί επιτυχώς πολλά άλλα είδη έκφρασης και γραφής -χρονογράφημα, ημερολόγιο, δοκίμιο, θεατρικά μονόπρακτα, σαρκαστικά και αυτοσαρκαστικά ευφυολογήματα, αυτοσχόλια, παράδοξες λίστες και ποικίλα «ένθετα», καθώς και την επαναλαμβανόμενη πικάντικη ερώτηση: «Τι είναι πιο σημαντικό στη ζωή, η Τέχνη ή οι γυναικείοι κώλοι;»- ο αφηγητής Στέλιος Μέσκουλας, συγγραφικό alter ego του Φύσσα και πρωταγωνιστής στο προηγούμενο μυθιστόρημα του συγγραφέα, Η Νούλιφερ στα χρόνια της κρίσης (εκδ. Εστίας, 2015), απευθύνεται στον εαυτό του και ενίοτε στον ίδιο τον Φύσσα και τους αναγνώστες του, επιχειρώντας μιαν εφ’ όλης της ύλης πολύτροπη μαρτυρία∙ μια χειμαρρώδη και με έντονο το στοιχείο της προφορικότητας υβριδική ανασκόπηση της εγχώριας κουλτούρας και υποκουλτούρας της Αθήνας, μέχρι και το 2018.

Ο Μέσκουλας, πρώην φιλόλογος, δεινός γλωσσοπλάστης και πλέον άνεργος με μόνη «περιουσία» ένα παλιό γκολφ που έχει μετατρέψει σε κατοικία, περιφέρεται σε γνωστά ή άγνωστα αθηναϊκά στέκια, απ’ όπου παρατηρεί, συναναστρέφεται και περιγράφει με τρυφερότητα αλλά και εκπληκτική οξυδέρκεια έναν προς ένα τους ιδιόρρυθμους φίλους του, τους Σαριπόλειους, όπως τους αποκαλεί −τον Στράτο το Λουλούδι, τον Κερκ, τον Ποέτα, τη Λιβιδώ την «γκουζγκούνα», και πολλούς ακόμη αναρχο-περίεργους, ανθρώπους του περιθωρίου και πρώην τροφίμους των φυλακών που θυμίζουν ήρωες του Σκαρίμπα, του Σουρούνη ή του Ζενέ στην Παναγία των λουλουδιών, αποσυνάγωγους ή απλώς γραφικούς, ανάμεσά τους και μερικούς επιστήμονες και συγγραφείς− εκθέτοντας μαζί με τις πραγματικές ή επινοημένες όψεις τους, απόψεις επί παντός του επιστητού: από τη σύγχρονη γλώσσα και την υποτιθέμενη φτώχεια της σε σχέση με την καθαρεύουσα και την αρχαΐζουσα, μέχρι τη μεταπολιτευτική Ελλάδα και την πολιτική και οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών, με τα μνημόνια, τις διαδηλώσεις των αγανακτισμένων, τους αναρχοαυτόνομους και εκείνους που αδιαφόρησαν για τα θύματα στη Μαρφίν, ενώ κατηγορούσαν τους άλλους για φασίστες και «γερμανοτσολιάδες».

Με τον Μέσκουλα, μετά από μια περιπετειώδη τετράχρονη περίοδο ανέχειας να αποσύρεται με σκοπό να πεθάνει από ασιτία σε μια παράγκα στη Λειχούρα της Μαγνησίας, ο Φύσσας φτιάχνει μια ιστορία η οποία, πέρα από τα σπαρταριστά και γκροτέσκο στοιχεία της, κρύβει και μια τραγωδία. Την τραγωδία ενός πολίτη, συγγραφέα και διανοούμενου, ο οποίος μέσα σε μια κοινωνία ατομιστική, παρανοϊκή και ανερμάτιστη αναγκάζεται με τίμημα τη ζωή του να την εγκαταλείψει. Ωστόσο, παρά τις όποιες συμπτώσεις και παρά το ότι το βιβλίο εμπεριέχει πολλά βιωματικά, λοξά ή και ευθέως αυτοβιογραφικά στοιχεία, η κατάληξη του Μέσκουλα δεν έχει καμιά ομοιότητα με εκείνη του εμπνευστή του.

Ο Φύσσας, σε αντίθεση με τον ήρωά του, υπήρξε μέχρι το τέλος μάχιμος, δεν αποσύρθηκε και δεν έπαψε να είναι παραγωγικός, ακμαίος και κοινωνικά ενεργός. Το ενδιαφέρον του για τη μυθοπλασία, την αστική λαογραφία, την έγνοια για τους άλλους μαρτυρούν, μεταξύ άλλων, οι αναρτήσεις που ακολούθησαν στα κοινωνικά δίκτυα όταν έγινε γνωστός ο θάνατος του.

Σε μία από αυτές, απευθυνόμενος προς τους αναγνώστες του, έγραφε με τον γνωστό αυθορμητισμό του: «[…] Το κεφάλαιο τιτλοφορείται “Λιβιδώ” (libido). Στο απόσπασμα αυτό, που είναι από τα σχετικά “αθωότερα”, η “σαρίπολη” Λιβιδώ δείχνει στο Μέσκουλα […]. Ανοίγετε, διαβάζετε, αξιολογείτε κι άμα θέλετε σχολιάζετε κιόλας. Κλασική παρουσίαση του βιβλίου δεν πρόκειται να γίνει. Θα κάνω ωστόσο δημόσια ανάγνωση […]». Σκόπευε να προβεί και σε άλλες παρόμοιες αναρτήσεις, είχε και ένα ημερήσιο πλάνο, που θα ολοκληρωνόταν στις 19 του Γενάρη. Σ’ εμάς μένει να τον θυμόμαστε τόσο για τα γραπτά του όσο και για τη γενναιόδωρη και αντισυμβατική στάση του.