Η νέα παράσταση στο νέο και διαρκώς ανερχόμενο καλλιτεχνικό στέκι της πρωτεύουσας, ΠΛΥΦΑ, έρχεται από μια κάπως περίεργη συνάντηση δύο καλλιτεχνών που τους δένει, εκτός από μια αξιόλογη μέχρι σήμερα πορεία στο θέατρο, και μια κυριολεκτική συγγένεια. Η Ηρώ Μπέζου και ο Χρήστος Θάνος είναι –όπως μάθαμε– πρώτα ξαδέλφια και η κοινή εμφάνισή τους τώρα στο ΠΛΥΦΑ εκκινεί προγραμματικά από αυτή τη σχέση. Είναι μια παράσταση που αφορά πριν από όλα τους ίδιους και τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι θεωρούν σήμερα τον εαυτό τους και εκείνους που τους καθόρισαν, ακόμα και εν τη απουσία τους. Γι’ αυτό, αν και η παράσταση λέγεται «Οι απόγονοι», μοιάζει να μιλάει για ένα βάρος το οποίο πρέπει να σηκώσουν και με το οποίο πρέπει να συμφιλιωθούν οι νέοι καλλιτέχνες, εφόσον θέλουν να προχωρήσουν. Πρόκειται, με δυο λόγια, για μια παράσταση σε πρώτο πρόσωπο.
Γι’ αυτό άλλωστε αποτελεί μια παράσταση που αποκαλύπτει και τον άνθρωπο πίσω από τους ρόλους του. Μια πρόταση «γυμνή», χωρίς τίποτα το περιττό και το επίπλαστο. Από την άποψη της σκηνής δεν είναι και πολλά να περιγράψεις: ενώπιον μας, σε πρώτο πλάνο οι δυο ερμηνευτές, που έχουν αναλάβει και τη δραματουργική σύνθεση της παράστασης. Επειτα, μια λιτή σκηνοθεσία και ένα μουσικό σύμπαν που ανήκουν κι αυτά στον Χρήστο Θάνο. Και, τέλος, σαν σκηνική συντροφιά, η παρουσία δύο άλλων μουσικών, του Παναγιώτη Γκίκα και Τεό Φοινίδη, που αποδίδουν ζωντανά τη μουσική και πάλι του ίδιου του σκηνοθέτη.
Το έργο βασίζεται κυρίως σε τρεις βάσεις: Στο αρχαίο δράμα, με τον οίκο των Ατρειδών να παρέχει εδώ το υπόβαθρο της παράστασης. Στην ποίηση του Ρίτσου, έπειτα, που μεταγγίζει το αρχαίο σκοτεινό φως στις νεότερες αντιλήψεις για το τραγικό βάρος. Και, τέλος, στις καίριες παρεμβάσεις των ίδιων των ερμηνευτών, κυρίως στα σημεία που η αρχαία ύλη εφάπτεται με την προσωπική τους αφήγηση.
Η παράσταση ξεκινά με τους ίδιους να μνημονεύουν εν χορώ το γένος των Ατρειδών, ξεκινώντας από τον μυθικό Τάνταλο και φτάνοντας –διά μέσου των άγριων τεκνοφαγικών δείπνων– στην περισσότερο γνωστή σε εμάς ιστορία της «Ορέστειας». Μια ολόκληρη γενεαλογία όπου –είναι φανερό– ο Αλάστωρ ενεδρεύει σε κάθε εμφάνιση μιας γενιάς για να δρέψει κάθε φορά το μερίδιό του από τη θυσία στον βωμό της εκδίκησης. Βέβαια, δεν είναι μόνο αυτό. Η μακρά αφήγηση της γενιάς του Ταντάλου, του Πέλοπα, του Θυέστη, του Αγαμέμνονα, του Αιγίσθου αλλά και της Κλυταιμνήστρας, μας θυμίζει πως από όλη την αλληλουχία αυτή του σπαραγμού, της βίας και της τρέλας κρατούμε στις παραστάσεις μας συνήθως μόνο την κατάληξη, επικεντρωμένη κι αυτή στα πρόσωπα της Ηλέκτρας και του Ορέστη. Αδυνατούμε έτσι να δούμε τη μεγάλη εικόνα ενός μύθου που περιγράφει την πορεία από τα πιο άγρια ήθη στις ολοένα και περισσότερο οργανωμένες εκφράσεις πολιτισμού που, ακόμα κι αν ούτε αυτές μπορούν να αποφύγουν την κύκλωσή τους γύρω από ένα κέντρο εκδίκησης, προαναγγέλλουν εντούτοις μια λύση, τη στιγμή όπου ο κύκλος του αίματος θα σπάσει και οι «απόγονοι» θα ελαφρυνθούν από το βαρύ πεπρωμένο της γενιάς τους.
Την «πάροδο» λοιπόν ακολουθεί η εικόνα της βασανισμένης Ηλέκτρας, καταδικασμένης να κουβαλά μαζί της το βάρος μιας κιβωτού γεμάτης με προσωπικά ενθυμήματα. Τη βλέπουμε να χτίζει γύρω της έναν κύκλο –προφανώς άμυνας αλλά και απομόνωσης– από κουκούλια (όπως θα φανεί αργότερα είναι αυτά που της έδινε σαν παιχνίδι ο πατέρας της όταν ζούσε). Είναι παραλογισμένη, όπως την ξέρουμε. Είναι εμμανής, όπως την περιμένουμε. Μα είναι ακόμη, στην ερμηνεία της Μπέζου, και μια γυάλινη κοπέλα θρυμματισμένη πάνω στην πιο όμορφη εποχή της ζωής της… Σε αυτή την κατάσταση θα τη βρει ο Ορέστης του Θάνου και από το δικό του στόμα θα αναβλύσουν οι στίχοι του Ρίτσου, για μια άλλη Ηλέκτρα, απόμακρη και ξένη, σαν μακρινή ανάμνηση των παιδικών του χρόνων. Μα μήπως και ο δικός του Ορέστης δεν είναι ξένος; Περιμένει στο παράθυρο, σαν κάποιος διαβάτης που δεν έχει ακόμα ακούσει το όνομά του.
Η μεταξύ τους αναγνώριση που ακολουθεί θα σημάνει την είσοδο σε μια άλλη σκηνή του κόσμου. Τώρα πια οι δυο ερμηνευτές έχουν μετακινηθεί σε ένα δωμάτιο και κάθονται μαζί στο ίδιο τραπέζι (στη σκηνογραφία της Μαρίας Καραθάνου). Λένε μεταξύ τους μερικές μετέωρες φράσεις, κάνουν κάποιες σπασμωδικές ή επαναλαμβανόμενες κινήσεις, επιχειρώντας με αυτές την πρώτη μετά από καιρό αμήχανη επαφή τους. Είναι φανερό ότι αγωνίζονται να αναγνωριστούν όχι μόνο σαν «ονόματα», αλλά και μέσα από τα σώματά τους, πως θέλουν να ενεργοποιήσουν μια μνήμη χαμένη ώστε να νιώσουν με αυτή «αδέλφια». Γιατί η αλήθεια είναι πως λίγα, ελάχιστα έζησαν μαζί. Στην πραγματικότητα ο ένας θυμίζει στον άλλο πως δεν υπάρχει τίποτα να θυμηθεί από αυτόν… πως μαζί με εκείνον κι ο ίδιος έχει ελάχιστα να θυμάται από τον παλιό εαυτό του.
Είναι αυτό αρκετό για να θέσει και πάλι τον αρχαίο δαίμονα σε εφαρμογή; Προφανώς ναι, γιατί αυτοί οι νέοι πριν ακόμα γνωρίσουν τον εαυτό τους τον έχουν ήδη θέσει στην υπηρεσία του. Ο Ορέστης θα σκοτώσει και πάλι τη μητέρα του και θα βασανιστεί ξανά από τις ενοχές όπως και από την απροσωπία του. Θα φορέσει τα ρούχα της μητέρας ψάχνοντας να βρει αυτήν που σκότωσε χωρίς να τη γνωρίζει, γνωρίζοντας μόνο πως έπρεπε να τη σκοτώσει. Και τότε όλα θα γυρίσουν πίσω… Σε μια μέρα που η μητέρα θα κλαίει από αληθινή ευτυχία, που ο πατέρας θα φτάνει σε ένα ευλογημένο σπίτι με παιδιά και θα συναντά εκεί πριν από τον πόλεμο, πριν από την κατάρα, πριν από την τραγωδία την Ιφιγένεια να στρώνει το τραπέζι και τη μικρή –αγοροκόριτσο και «κορίτσι του μπαμπά»– Ηλέκτρα να τσακώνεται με τον μικρότερο αδελφό της, Ορέστη. Μια ονειρική ριπή ευτυχίας, βγαλμένη λες από δραματικό σεμινάριο («φανταστείτε ένα κυριακάτικο τραπέζι με τους Ατρείδες να τρώνε μαζί») αντι-μυθική ασφαλώς και εκτός τραγικής «ορθότητας», μα που οφείλουμε να κατανοήσουμε αν θέλουμε να αισθανθούμε τα μεγάλα πρόσωπα του μύθου να συνδέονται με τη ζωή μας. Είναι και από την άλλη ο Ρίτσος ξανά, που μας καλεί να δούμε την κατάληξη των προσώπων – ξεχασμένα στη λήθη, βουλιαγμένα στο άδειο αρχοντικό τους, στον κενό χώρο των φαντασμάτων τους.
Η έξοδός μας από τον τελευταίο χώρο θα είναι κάπως περίεργη. Ο «χορός» των δύο ερμηνευτών θα πιάσει την ιστορία και πάλι από την αρχή. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα μιλήσει για εκείνον τον μυθικό αλλά για τον δικό τους Οίκο, για μια οικογένεια που είχε κι αυτή παιδιά, περιπέτειες, ανατροπές και ενοχές. Δεν συγκρίνεται ασφαλώς το φορτίο της με του Ταντάλου, μα πόσο εύκολα μπορούμε να ξεχωρίσουμε το παραμύθι από την πραγματικότητα;
Οπως είπα, η παράσταση δεν θέλει παρά να μας γνωρίσει καλύτερα με τους ηθοποιούς, όπως θέλει και να γνωρίσουν οι ηθοποιοί καλύτερα τον εαυτό τους. Είναι μια πρόσκληση, λοιπόν, αμφίδρομης αποκάλυψης. Γι’ αυτό η «ερμηνεία» της γίνεται «αφήγηση», με ορισμένες στιγμές υποκριτικής ευθύνης που αφορούν μέρη του αρχαίου δράματος. Οι δύο ηθοποιοί, πάντως, αποδεικνύονται καίριοι σε αυτό: στο να φανερώσουν ότι υπάρχει πίσω μας μια ολόκληρη πολιτεία ανθρώπων που μας καθόρισαν με τις επιλογές τους. Πως είμαστε απόγονοι πράξεων άλλων. Πως ένα μέρος δικό τους μάς ανήκει. Και πως κάτι που έρχεται σε εμάς μοιάζει με χρέος.
