ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Σπάει ταμεία» μάθαμε το έργο του Ρόμπερτ Αϊκ στην εμπορική μεριά του βρετανικού θεάτρου, και το ίδιο, όπως διαπίστωσα, κάνει και στο δικό μας, στον ιστορικό χώρο της Πλάκας. Είναι η επιτυχία της μεταφοράς ενός παλιού δράματος του Σνίτσλερ – επίσης θηριώδης επιτυχία του περασμένου αιώνα; Είναι η σκηνοθεσία της Ευαγγελάτου που κατορθώνει να μετατρέψει το έργο σε μπαταρία διοχέτευσης ενέργειας προς το κοινό; Είναι πάλι το θέμα μιας παράστασης που αγγίζει την περιρρέουσα, απροσδιόριστη και γι’ αυτό τρομοκρατική εικόνα των κινημάτων συσπείρωσης, κινητοποίησης και κατεδάφισης, καθώς αναδύονται στον θαυμαστό νέο κόσμο των μέσων δικτύωσης;

Πιθανόν όλα τα παραπάνω μαζί. Από την αρχή κιόλας το «The doctor» (οι μεταφράσεις βρετανικών έργων δεν περιλαμβάνουν, καθώς φαίνεται, τους τίτλους τους) θέτει περισσότερα ερωτήματα από όσα μπορεί ή επιθυμεί να απαντήσει. Κάθε φορά που η ανθρωπότητα χάνει τα ερείσματα της πίστης της στον κόσμο που την περιβάλλει, το θέατρο σπεύδει να καταγράψει και να αισθητοποιήσει τις δονήσεις αυτής της αλλαγής «δέρματος». Νέες εποχές, νέα ήθη και νέοι φόβοι. Νέες ενοχές.

Μα πριν σκάψουμε το λαγούμι που θα μας πάει ώς εκεί, ας αναζητήσουμε την επιτυχία του έργου στα γύρω εύφορα χωράφια που το περιβάλλουν… Γιατί η ίδια η υπόθεση του «The doctor» έρχεται εξίσου από τη μακρά παράδοση του «ιατρικού δράματος», από τη μορφή του γιατρού (ο τυπικός raissoneur του Διαφωτισμού), μα και από την εξίσου δημοφιλή τηλεοπτική μεταφορά όλων αυτών των ενδότερων νοσοκομείων, ιατρικών συγκρούσεων και γνωματεύσεων, των μεγάλων διλημμάτων ενώπιον των οποίων οι γιατροί και το υγειονομικό προσωπικό κάποτε λυγίζουν… Βγάλτε τη μακρόσυρτη διαλεκτική περί ταυτότητας (αν και με αυτή μια χαρά θα ήταν) από το «Doctor» και φτάνετε στο «Doctor Who» και το «House»… Μα μη λέμε πάλι τα ίδια. Το αγγλικό θέατρο αυτό κάνει από την εποχή του Κιντ: μπλέκει το δημοφιλές και το λαϊκό με την υψηλή πνοή του πανεπιστημιακού πνεύματος…

Δείτε ας πούμε την υπόθεση εδώ. Μια 14χρονη κόρη σε κρίσιμη κατάσταση μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα άμβλωσης, εισάγεται εκτάκτως σε μια ιδιωτική κλινική για την… άνια (sic). Ομως εκεί βρίσκεται η φοβερή γιατρός Ρουθ, η διακεκριμένη επιστήμονας και σπουδαία αρχηγός της επιστημονικής ομάδας της κλινικής. Αυτή θα την περιθάλψει λοιπόν με τον τρόπο που πιστεύει ότι αρμόζει σε Γιατρό με κεφαλαίο γράμμα. Η ίδια όμως δεν γνωρίζει (και δεν ενδιαφέρεται να μάθει) τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της νοσηλευόμενης και των γονιών της (πιστοί καθολικοί). Θα αρνηθεί έτσι την αιφνιδιαστική είσοδο στην κλινική ενός ιερέα ο οποίος ζητά να μεταλάβει τη νοσούσα.

Το αποτέλεσμα είναι να παρασύρει ο θάνατος της κοπέλας τη γιατρό και τους συναδέλφους της σε μια δίνη αντιπαράθεσης η οποία ξεκινάει από τα άκρα δεξιά και καταλήγει στα άκρα αριστερά. Με εκθετικό ρυθμό μαζεύονται οι υπογραφές των δυσαρεστημένων για την «ανίερη πράξη» της γιατρού -κι άλλο τόσο αυξάνονται οι πρόθυμοι να λιθοβολήσουν τη γιατρό-, τελικά η κρίση διαπερνά τους τοίχους της κλινικής, του σπιτιού και της προσωπικότητας της Ρουθ, μέχρι να τη συνθλίψει εξωτερικά και εκ των έσω.

Πρόκειται για δράμα που στο κέντρο του έχει ένα πρόσωπο έως και τραγικό. Το μόνο που λείπει για να το φτάσουμε μέχρι εκεί είναι πως ο Αϊκ αρνείται να μας πει τι ακριβώς είναι το πεινασμένο τέρας που το ίδιο έβγαλε από τη σπηλιά του. Το έργο περιγράφει έναν κόσμο -τον κόσμο μας- στη συνεχή κίνηση, την αλλαγή πορείας, τη μετάβασή του. Μόνο που αν κοιτάξεις από ψηλά όλο τον αναβρασμό, θα δεις ότι συμβαίνει στην πραγματικότητα εντός ενός λαβυρίνθου. Προς το παρόν κανείς δεν γνωρίζει αν ακόμα και η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι επαρκώς αντικειμενική ή αν το νόημα που δίνει στα πράγματα έχει πια ενοχή τόση ώστε ο ίδιος να είναι «μη αθώος».

Από εδώ ξεκινά ίσως το πιο ωραίο σημείο του έργου. Γιατί, πιστέψτε με, πριν από μόλις είκοσι χρόνια στην Ελλάδα θα βλέπαμε περίπου κάτι τέτοιο: Μια γιατρό που μάχεται και ηττάται στη μάχη με τον παραλογισμό των γύρω της. Σήμερα όμως βλέπουμε αυτό: Μια γιατρό που πιθανόν έχει δίκιο, αλλά πιθανόν να έχει και άδικο…. Που ίσως να είναι ένοχη, έστω και ασυνείδητα, για μια σειρά από αδικήματα, ανάμεσα στα οποία η αλαζονεία είναι το εμφανέστερο, αλλά όχι το μεγαλύτερο….

Υπάρχει άραγε καλύτερο σημάδι ότι έχουμε κι εμείς αλλάξει, ότι έχουμε εισέλθει στον λαβύρινθο μιας ιλιγγιώδους παραδρομής αρνούμενοι να στηρίξουμε με την παλιά ζέση τη μία ή την άλλη θέση; Ακόμα και ο ίδιος ο Αϊκ αρνείται να διευκρινίσει το φύλο ή τη φυλή του κάθε ρόλου στο έργο του, ώστε αυτό που παραλαμβάνουμε να παραμένει διαρκώς ανοιχτό, σαν λευκή επιταγή.

Βρισκόμαστε πια στο σημείο όπου εκείνος ήθελε… Εκεί που τίποτα δεν είναι απολύτως σαφές, εκεί που δεν «ξέραμε τίποτα ο ένας για τον άλλον». Αυτό το σκηνικό της ψυχρής απομάκρυνσης και του κενού, όπου χωράει η κάθε κουτή συσχέτιση, περιγράφει η Ευαγγελάτου στο Αμφι-Θέατρο. Εχει πετύχει μάλιστα το εξής σπουδαίο (που μου θυμίζει με τη σειρά του τραγωδία). Να αποδώσει στο ουσιαστικά στατικό έργο του Αϊκ τη βουή ενός πεπρωμένου που πλησιάζει.

Πάνω στη σκηνή βρίσκεται το αλώνι μιας αίθουσας συσκέψεων (το μεταφορικό απείκασμα της διαρκούς σύσκεψης του διαδικτύου από την Εύα Μανιδάκη), στο οποίο ο καθένας εκπροσωπεί μια άποψη και ένα όπλο εξόντωσης του αντιπάλου. Ο φωτισμός του Νίκου Βλασόπουλου γίνεται κύριος συντελεστής του κόσμου που μετράει την ισχύ του σε λούμεν και λάικ.

Μα για ακόμη μια φορά το βασικό στοιχείο της σκηνοθέτριας είναι η επιτυχημένη εκ μέρους της σύμμειξη του τηλεοπτικού με τον σκηνικό κώδικα. Θέλετε παράδειγμα; Δείτε πώς οι άλλοτε κοφτές και άλλοτε μακριές σκηνές του έργου εναλλάσσονται μέσω μπλακ άουτ, με τη μουσική σύνθεση του Αλέξανδρου Δράκου Κτιστάκη να παρεμβαίνει για να ενισχύσει το σασπένς. Τυπικό γνώρισμα σχεδόν κάθε σύγχρονου τηλεοπτικού θρίλερ.

Στο κέντρο όλων πρυτανεύει η Στεφανία Γουλιώτη σαν η γιατρός Ρουθ στις τελευταίες μέρες της «τυραννίας της». Είναι πια μια μεστή πρωταγωνίστρια του θεάτρου μας και σαν τέτοια μπορεί να κρατήσει για τρεις και βάλε ώρες τα μάτια και τη σκέψη μας πάνω της. Στις τρεις μόλις εισόδους του, παίζοντας τον ιερέα και τον πατέρα της δύστυχης κοπέλας, ο Νίκος Χατζόπουλος δίνει μάθημα για το πώς ένας σύντομος ρόλος μπορεί να γίνει μεγάλος στα χέρια ενός ώριμου ηθοποιού.

Οι υπόλοιποι ηθοποιοί οφείλουν να παίζουν χωρίς τα στερεότυπα που κουβαλά κάθε ρεαλιστικός ρόλος. Ωραίο παιχνίδι, και πετάει έξω τον κάθε ψυχολογισμό, οδηγώντας τα πράγματα κατ’ ανάγκην στην αποστασιοποίηση. Η ομάδα της παράστασης, Κίττυ Παϊταζόγλου, Μαριάννα Δημητρίου, Aurora Marion, Λευτέρης Πολυχρόνης, Νίκη Σερέτη, Σταύρος Καλλιγάς, Αλίκη Ανδρειωμένου και Ζωή Ρηγοπούλου, παραδίδει μια όσο το δυνατόν αρτιότερη αφηγηματική ερμηνεία κάθε προσώπου, χωρίς να καταφεύγει σε έτοιμα τεχνάσματα. Θα ξεχωρίσω όμως ιδιαίτερα την Αμαλία Νίνου στον ρόλο της μετα-τραυματικής τρανς (χωρίς στοιχείο του τρανς) Τσάρλι. Μπόρεσε με αυτήν να μεταδώσει την ελευθερία και αγωνία ενός προσώπου σε μία μόνο όψη.

Κόσμος νέος λοιπόν, θαυμαστός και τρομακτικός. Ελεύθερος να δώσει φωνή στον καταπιεσμένο. Και να συνθλίψει τον απέναντι στον δρόμο του.