ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελένη Καρασαββίδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι καταχρηστικές αγωγές (SLAPP) δεν αφορούν πρώτιστα τον Τύπο αλλά την κοινωνία και τους πολίτες, με πρώιμες μορφές τους να ανιχνεύονται εδώ και αιώνες. Μόλις τη δεκαετία του 1980, οι καθηγητές του Πανεπιστημίου του Ντένβερ, George W. Pring και Penelope Canan, επινόησαν επίσημα τον όρο «SLAPP» για να τις περιγράψουν.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, πρώιμης μορφής SLAPP στα 1802 αφορούσαν πολίτες που μιλούσαν κατά της κυβερνητικής διαφθοράς. Με την άνοδο του πολιτικού ακτιβισμού, οι αγωγές για την καταστολή του λόγου έγιναν ένα δημοφιλές εργαλείο για να καταπνίξουν εκείνους που θεωρούνταν εμπόδια ή απειλή και προξένησαν το ενδιαφέρον των ερευνητών (G.W. Pring, P. Canan, SLAPPs: Getting Sued for Speaking Out, Temple University Press, 1996).

Σε μία από τις γνωστότερες υποθέσεις, επιχειρηματίες στον Μισισιπή μήνυσαν μαύρους ακτιβιστές «για επιχειρηματική παρέμβαση» επειδή αντέδρασαν σε φυλετικές τους πολιτικές και ζήτησαν αποζημίωση 3.000.000 δολ. Το «εκπληκτικό» ήταν πως το Ανώτατο Δικαστήριο του Μισισιπή τούς δικαίωσε (1982) επιδικάζοντας ακόμη υψηλότερη αποζημίωση.

Ωστόσο, η απόφαση κατέπεσε στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ που επισήμανε ότι κάθε πρόταση μποϊκοτάζ ήταν συνταγματικά προστατευόμενη δραστηριότητα. Εάν η μήνυση επικυρωνόταν φανταζόμαστε πως μια επιχείρηση trafficking ή διακίνησης ναρκωτικών μπορούσε στο μέλλον να πατήσει πάνω της.

Οταν οι καταχρηστικές αγωγές μετακινήθηκαν από τον χώρο του πολιτικού-οικονομικού ακτιβισμού στον Τύπο, ήταν οι New York Times ενάντια στη Sullivan Corporation. Τότε, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι εγγυήσεις της ελευθερίας του Λόγου και της ελευθερίας του Τύπου ισοδυναμούν με συνταγματική υπεράσπιση σε πράξεις δυσφήμησης και όχι με το αντίθετό του.

Αυτό σημαίνει ότι εκτός εάν ο/η δημοσιογράφος έχει κατασκευάσει μια ψεύτικη υπόθεση, δεν ευθύνεται για συκοφαντική δυσφήμηση όταν διεξάγει ερευνητική δημοσιογραφία για υπαρκτό ζήτημα. Το δικαστήριο κατέληξε ότι το δικαίωμα να επικρίνεις την κυβέρνηση δεν μπορεί να προσδιοριστεί από την παρουσία ή την απουσία «κακοβουλίας», επειδή «το αφήγημα αυτό προκαλεί εκφοβισμό» και γιατί «είναι εύκολο να το ισχυριστείς» ή να το υποστείς όπως οι θώκοι εναλλάσσονται, χτυπώντας ένα από τα θεμέλια της Δημοκρατίας όπως είναι η ελευθεροτυπία (J. Nussbaum and Steven S. Weil, SLAPP: The First Amendment and Community Association Politics, στο www.berding-weil.net/pdf/SLAPP_article.pdf.).

Ενώ το βάρος της απόδειξης μετατίθεται στον ενάγοντα για να αποδείξει «ότι σκοπός της δημοσίευσης ήταν να επηρεάσει αρνητικά ένα έννομο –κι όχι παράνομο– συμφέρον». Η ιστορική εκείνη απόφαση επαν-απέδωσε ουσιαστικά στους και στις πολίτες την ιδιότητα των ενηλίκων με δυνατότητα να κρίνουν, σεβόμενοι τα όρια που θέτει κάθε Σύνταγμα που υπερασπίζεται συλλογικούς νόμους πάνω από ατομικά συμφέροντα και καριέρες.