ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αρχοντία Κάτσουρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Διάβαζα τις προάλλες μια ιστορία στο διαδίκτυο. Ενας πατέρας, μια στο τόσο, έπαιρνε τον μικρό του γιο «βόλτα» με τον προαστιακό. Αθήνα-Κιάτο, Αθήνα-Χαλκίδα και πάλι πίσω. Σκοπός του, εξηγούσε, να μάθει το παιδί, με αφορμή αυτά τα επαναλαμβανόμενα ταξίδια, λίγη γεωγραφία. Πραγματικός σκοπός, πιθανολογώ, να περάσει χρόνο μαζί του και μέσα από το «μάθημα γεωγραφίας», να κερδίσουν κάτι και οι δύο από την επαφή αυτή, και λόγω των περιορισμών και μέσα από την ψιλή κουβέντα να μάθει ο ένας κάτι για τον άλλο.

Τα ταξίδια με το τρένο κρύβουν κάτι πολύ ενδιαφέρον, κάτι σε έναν βαθμό μαγικό. Αν και υστερούν σε ταχύτητα σε σχέση με το αεροπλάνο, σε αυτονομία, ειδικά σε σχέση με το αυτοκίνητο, σου επιτρέπουν να ταξιδεύεις και εντός εισαγωγικών. Κυρίως όταν ταξιδεύεις μόνος. Στις μικρές, συνηθισμένες και τακτικές διαδρομές, όπως αυτές με τον προαστιακό, ή ακόμη και με το μετρό (η απόσταση από τον Πειραιά έως την Κηφισιά, για παράδειγμα, είναι περίπου μία ώρα, σχεδόν όσο και η απόσταση Αθήνα-Κόρινθος), ο χρόνος περνάει γρήγορα με ένα βιβλίο ή με μουσική στα αυτιά. Και ακόμη και αν ξέρεις την κάθε επόμενη στάση, το ταξίδι σου χρωματίζεται από τη διάθεση της ημέρας, τις σκέψεις και τις ιστορίες που διηγούνται οι ήρωες των τραγουδιών ή των βιβλίων.

Αλλά τα μεγάλα ταξίδια είναι κάτι άλλο. Ακόμη και αν δεν γίνονται για αναψυχή. Εκεί ο χρόνος είναι πολύς, η απόσταση από σταθμό σε σταθμό μεγάλη και το τοπίο αλλάζει διαρκώς: αστικό, βιομηχανικό, αγροτικό, δασικό, ακόμη και θαλασσινό. Πόλεις, χωριά, άνθρωποι περνούν και χάνονται, σαν να τρέχουν αυτοί και όχι ο συρμός. Εσύ, ακίνητος στο κάθισμά σου περιηγείσαι χωρίς να προλάβεις να δεις στην πραγματικότητα πολλά. Καμιά φορά, την προσοχή σου αποσπά κάτι: ένα αρχαίο οχυρό, μια εγκαταλειμμένη αγροικία, ένα κοπάδι γελάδια ή ένα σμήνος πουλιά που χορεύουν στον άνεμο.

Τέτοια εποχή, μπορεί, πέρα μακριά, οι κορυφές των βουνών να είναι ακόμη και χιονισμένες. Σε κλάσματα δευτερολέπτου, μέσα από το παράθυρό σου, έχεις ανακαλέσει ό,τι ξέρεις για τα ψηλά, χιονισμένα βουνά, τη σκληρή δουλειά που απαιτείται για να φροντίσεις ένα κοπάδι, αλλά και τη ρομαντική ιδέα να μπορούσες να φτιάχνεις το δικό σου ίσως τυρί, τις μάχες που κάποτε δόθηκαν για να πολιορκηθεί το καστέλι και ίσως να πέσει στα χέρια ενός από τους πολλούς κατακτητές. Αν είναι νύχτα, πέρα μακριά τα φώτα των χωριών και των πόλεων θα μοιάζουν με αστέρια που έπεσαν στη γη -και όμως λάμπουν ακόμα.

Και όπως ίσως θα νυστάζεις και θα προσπαθείς να κρατήσεις με έναν καφέ τα μάτια σου ανοιχτά, θα αναρωτιέσαι: Πώς θα ήταν αν…

Γύρω σου, άλλοι ταξιδιώτες είτε θα τρώνε κάτι πρόχειρο είτε θα προσπαθούν να κλέψουν λίγη ώρα ύπνου είτε θα κουβεντιάζουν μεταξύ τους. Συνήθως πράγματα μικρά, καθημερινά, αυτά που δεν έχουν και τόση σημασία, κι ας ορίζουν καμιά φορά τις ζωές τους. Εσύ θα προσπαθήσεις να αποφύγεις να εμπλακείς. Αν και θα ακούσεις για γάμους, σχολεία, κηδείες, γεννητούρια, αυτά σιγά σιγά θα χαθούν, μια συνοδευτική υπόκρουση που αύριο δεν θα θυμάσαι: σαν τη μουσική σε ασανσέρ πολυκαταστήματος ή ξενοδοχείου. Θα σηκωθείς λίγο να ξεμουδιάσεις, θα περπατήσεις δυο λεπτά, θα χωθείς ξανά στο κάθισμά σου.

Ο κόσμος θα συνεχίσει να τρέχει αριστερά και δεξιά από το βαγόνι με μεγάλες ταχύτητες. Πόλεις, εργοστάσια, χωράφια, άνθρωποι, ζώα. Το ανθρώπινο τοπίο του βαγονιού σου θα αλλάζει στους σταθμούς, κάποιες γωνιές και παρέες θα μείνουν ίδιες και απαράλλακτες σε αυτό το ταξίδι. Και λίγες -ή περισσότερες- ώρες μετά θα φτάσεις στον τόπο του προορισμού σου. Κάποιος θα σε περιμένει να σε παραλάβει ή θα πάρεις ένα ταξί, ένα λεωφορείο ή ένα άλλο τρένο και θα φτάσεις σπίτι.

Το πιο βαρύ φορτίο, το πιο μεγάλο δώρο δεν θα βρίσκεται στη βαλίτσα. Μέσα σου το κουβαλάς.