Και μόνο μέσω του τίτλου του το έργο του Βρετανού νέου συγγραφέα Σαμ Στάινερ μάς υποβάλλει κάτι από τη τη γοητεία ή το άρωμά του. Στην πραγματικότητα δεν είναι η «εις την πέμπτην», αλλά η εις την νιοστήν απόδειξη της μοναδικής ικανότητας που διαθέτει το αγγλικό θέατρο να ανανεώνει διαρκώς τα μοτίβα της δραματουργίας του με τρόπο ώστε να μοιάζουν κάθε φορά το ίδιο φρέσκα, σαν μόλις κομμένα από το δέντρο της φαντασίας.
Εδώ κάτω από έναν ευρηματικό τίτλο βρίσκεται η δομή μιας καλοκουρδισμένης μα και χιλιο -ιδωμένης ρομαντικής κωμωδίας γύρω από κάποιο ζευγάρι με αντίθετους και συμπληρωματικούς χαρακτήρες και με μύρια προβλήματα στη σχέση του. Αυτός είναι ο πυρήνας λοιπόν στα «Λεμόνια…», δοκιμασμένος στα χρόνια σαν λονδρέζικο ταξί. Τον συναντούμε και πάλι όπως συναντούμε ξανά μια «λαμπρή ιδέα» του βρετανικού θεάτρου: αυτή τη φορά μιας μελλοντικής δυστοπίας στην οποία μια προφανώς απολυταρχική κυβέρνηση επιβάλλει διά νόμου τον περιορισμό των ομιλιών των πολιτών της σε ούτε λίγο ούτε πολύ 140 λέξεις. Η συγκεκριμένη «ιδέα», που προφανώς προέρχεται από τον αντίστοιχο περιορισμό των 140 «χαρακτήρων» πληκτρολόγησης σε γνωστή πλατφόρμα ψηφιακής επικοινωνίας, εφαρμόζεται στο έργο καθολικά σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους.
Για το πώς έφτασε εδώ η ανθρωπότητα, το πώς επιβλήθηκε ένα τέτοιο μέτρο και με ποιο τρόπο επιτηρείται η εφαρμογή του, ας πούμε πως δεν πρέπει να θέτουμε τέτοια ερωτήματα σε ένα έργο τέχνης. Η αλήθεια είναι πως εκεί που μια τέτοια σκέψη θα έδινε στον Κάφκα βάση για μια αβυσσαλέα περιγραφή της υπαρξιακής και πολιτικής διαστροφής του νεωτερισμού (πράγμα περίπου το ίδιο στα γραπτά του), το έργο του Στάινερ μένει περίπου στο ζήτημα της σχέσης των δύο νέων, που όπως είναι επόμενο έχουν σοβαρό πρόβλημα στο να εκφράσουν τι νιώθουν με έναν τέτοιο περιορισμό. Από τη μια η ανερχόμενη δικηγόρος διαζυγίων Μπερναντέτ κι από την άλλη ο Ολιβερ, ένας μποέμ μουσικός με ακτιβιστικές δράσεις και συμμετοχή σε πορείες… Η καταγωγή τους (το ταξικό ζήτημα) εμφανίζεται κι εδώ χιαστί, με τη νεαρή δικηγόρο να προέρχεται από μια οικογένεια εργατικής τάξης, όταν ο μουσικός είναι ένας μάλλον καλοαναθρεμμένος γόνος της βρετανικής ελίτ.
Δεν είναι ότι ο Στάινερ δεν διαθέτει τις δυνάμεις που θα του επέτρεπαν να στρέψει το έργο σε ένα βαθύτερο πολιτικό περιεχόμενο. Ας πούμε μια συζήτηση που ακούγεται στα «Λεμόνια…» κάποια στιγμή -πριν εφαρμοστεί ο «νόμος της σιωπής»- αποδεικνύει με οξύνοια γιατί ένας τέτοιος περιορισμός, αν και εφαρμόζεται απ’ όλους στην πράξη, θίγει κυρίως την «εργατική τάξη». Υπάρχουν τέλος πάντων προοπτικές για κάτι βαθύτερο από μια βραδιά γύρω από ένα «νυφικό κρεβάτι», αλλά ας όψεται. Αλλωστε ακόμα και έτσι το έργο φτάνει στη χώρα μας προικισμένο με βαριά επικαιρότητα. Ας θυμηθούμε τον πολύ πρόσφατο νόμο περί κοινωνικής αποστασιοποίησης που περιόρισε την επαφή μας στα 3 μέτρα και το έργο του Στάινερ αποκτά ξαφνικά στα μάτια μας προφητική διάσταση.
Και από την άλλη, σαν κάθε άλλο δείγμα της βρετανικής γραφής, τα «Λεμόνια…» γίνονται τόσο ωραιότερα όσο ξεδιπλώνονται στη σκηνή. Οπως είπαμε, διαθέτουν όλα τα «εργαλεία» του είδους: το ζευγάρι με τους δύο «που μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε», τη μια καλή ιδέα στο κέντρο που ανελίσσεται διαρκώς, τον άριστο ρυθμό στην πλοκή του και τις πολλές απανωτές και έξυπνες ατάκες στον διάλογό τους. Ακόμα και το «πρόβλημα» της ελλιπούς επικοινωνίας θα γίνει κι αυτό μοχλός για να ειπωθούν όσα χάνονται στις χίλιες κουβέντες μα κι όσα ασήμαντα κάνουν την ανθρώπινη κουβέντα κάτι πολύ περισσότερο από στεγνή ενημέρωση.
Οπως και να το δει κανείς τα «Λεμόνια…» διαθέτουν άρωμα θεάτρου. Μιλούν για έναν κόσμο που ξεκινάει από τη λέξη, καταλήγει στο σώμα και από εκεί γίνεται μέρος του Αλλου απέναντι… Ή μήπως μπορεί να γίνει κι αλλιώς; Μήπως μπορούμε να υπερβούμε τις λέξεις και να μιλήσουμε στον Αλλον με το άγγιγμα, το βλέμμα ή τη σιωπή μας; Πέρα από ένα καθαρά φιλοσοφικό ή πολιτικό πρόβλημα, το έργο του Στάινερ μιλάει τελικά για έναν κόσμο που αναζητεί τον εαυτό του πίσω από τις λέξεις.
Και φτάνει με αυτό στο «πολύ» και καλό θέατρο. Το ότι ο χρόνος κινείται στη διάρκειά του μπρος-πίσω (δηλαδή προ και μετά τον «Νόμο») δίνει πάτημα στη μεταφράστρια Λίνα Πάτσιου να παραδώσει μια ερωτική σχέση που στρέφεται αρχικά γύρω από πολλές αραδιασμένες λέξεις και στη συνέχεια γύρω από λίγες, αυστηρές και μετέωρες. Δίνει έπειτα την ευκαιρία στη σκηνοθέτρια Βαρβάρα Νταλιάνη να δημιουργήσει έναν κόσμο στον οποίο η ζωή «προ και μετά» τη σιωπή γίνεται αληθινός χώρος των προσώπων. Το σκηνικό της παράστασης είναι σχεδόν ανύπαρκτο ή αντικαθίσταται από το διαρκές κυνηγητό των ρόλων πίσω από τη ζωή που χάνεται ή στο κατόπι της μιας πραγματικότητας που αναζητεί την ομοιόστασή της. Οι προσχεδιασμένες από την άλλη θέσεις που στις άκρες της σκηνής φιλοξενούν τα «φροντιστήρια», τα χοτ ντογκ που τρώνε μετά μανίας οι ερωτευμένοι (σημείο και αυτό μιας τρυφερής διαβίωσης) ή τα αντικείμενα της κουζίνας τους που θα υποκαταστήσουν με τον θόρυβό τους κάποια στιγμή τις λέξεις που λείπουν, φανερώνουν έναν κόσμο στον οποίο η «τάξη» έχει καταστεί ύψιστη αρετή και αρχή (τα σκηνικά του Rastonee). Η σκηνική απόδοση του έργου από την Νταλιάνη φωτίζει όλα εκείνα τα επιμέρους στοιχεία που συμπληρώνουν τον διασκεδαστικό μα και απειλητικό κόσμο των «Λεμονιών».
Για να φτάσουμε τελικά στο κέντρο τους όπου βρίσκονται τα άνθη και οι καρποί τους. Με βάση τη διδασκαλία της σκηνοθέτριας οι ρόλοι αποδίδονται από δύο εξίσου νέους ηθοποιούς που θαρρείς και κουβαλούν μέσα τους τα πρόσωπα πριν τα αποδώσουν στη σκηνή (βοηθούν και τα κοστούμια της Κωνσταντίνας Δαούτη). Η Λίνα Πάτσιου ερμηνεύει την Μπερναντέτ με μια κομψότητα στην κίνηση και αμήχανη τρυφερότητα στο βλέμμα. Ο Νίκος Κουκάς από την άλλη δίνει τον αεράτο, εν δυνάμει σταρ της μουσικής Ολιβερ με χαρακτηριστική άνεση. Δεν το κρύβω πως υπάρχει στην προσέγγιση και των δύο μια αλλοεθνής αύρα, πράγμα που μας κάνει να νιώθουμε ότι παρακολουθούμε μια παράσταση στην περίμετρο της Νέας Υόρκης ή του Λονδίνου. Μα είναι αλήθεια πως υπάρχουν στιγμές που οι δύο ηθοποιοί φανερώνουν τη μεταξύ τους χημεία, όπως και την ικανότητά τους να αποκαλύπτουν κρυμμένα στοιχεία των χαρακτήρων τους. Γενικά με την κίνησή τους (επιμελημένη από τη Χρυσάνθη Φύτιζα), την ευελιξία και το πάθος τους καταλήγουν και οι δύο σε αξιοσημείωτες ερμηνείες. Και είναι φανερό πως έχουν να δώσουν πολλά και καλά στο θέατρό μας, αρκεί να παραμείνουν ψύχραιμοι στις τηλεοπτικές σειρήνες που (αν κρίνω και από την εντυπωσιακή εμφάνισή τους) είμαι σίγουρος πως θα γίνονται ολοένα και δελεαστικότερες στο κοντινό μέλλον.
Λεμόνια, λεμόνια κι άλλα λεμόνια. Στην επανάληψη του ονόματος βρίσκουμε τη δροσιά του.
