Γιατρός αποφασίζει να μην επιτρέψει σε ιερέα να μεταλάβει ετοιμοθάνατη ασθενή, ώστε να μην την ταράξει με τη συνειδητοποίηση του αναπόφευκτου. Τι θα μπορούσε να πάει στραβά; Τα πάντα. Μήπως το ότι είναι γυναίκα; Σε θέση ευθύνης; Εβραία; Η θρησκεία και η ηλικία της ασθενούς παίζουν ρόλο; Το φύλο του ιερέα; Το χρώμα τους; Η Κατερίνα Ευαγγελάτου επιστρέφει στη «μεγαλύτερη ελπίδα του βρετανικού θεάτρου», τον Ρόμπερτ Αϊκ, μετά τη διασκευή του πάνω στο «1984» του Τζορτζ Οργουελ που είχε παρουσιάσει το 2016, μεταφράζοντας και σκηνοθετώντας το νέο του έργο που χαίρει παγκόσμιας αναγνώρισης, το «The doctor».
Με βασικό πυρήνα τον «Καθηγητή Μπερνάρντι» του Αρτουρ Σνίτσλερ, που γράφηκε περισσότερο από έναν αιώνα πριν, το 1912, την εποχή που η «πολιτική ταυτοτήτων», όπως την αποκαλούμε σήμερα, μετατράπηκε σε εισιτήριο θανάτου, η μεταμόρφωση του έργου πριν από τέσσερα χρόνια από τον βραβευμένο Βρετανό συγγραφέα και σκηνοθέτη σε ένα σύγχρονο θρίλερ φτάνει τα στερεότυπα στα όριά τους και δοκιμάζει τις προκαταλήψεις μας απέναντι σε κάθε είδους ταυτότητα: φύλο, καταγωγή, κοινωνική τάξη, θρησκεία, σεξουαλικότητα.
Ανατρέπει κάθε συνοδευτική «ταμπέλα», για να μας εισαγάγει, μέσα από ένα παιχνίδι πολλαπλών ρόλων, στις παθογένειες της σύγχρονης εποχής και στα ηθικά διλήμματα ή αδιέξοδα της πολιτικής ορθότητας, η οποία καταντά λογοκρισία. Κι ακόμα της «κουλτούρας της ακύρωσης» που οδηγεί σε ανθρωποφαγία, του κινήματος woke –«επαγρύπνηση εναντίον φυλετικών προκαταλήψεων και διακρίσεων»– που, αν και νεότατο, έχει καταφέρει να γίνει αμφίσημο και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ως εργαλείων άκριτης αποκαθήλωσης προσωπικοτήτων, ανάλογα με τα συμφέροντα της ομάδας που τα χρησιμοποιεί. Αυτά και πολλά περισσότερα αγγίζει η κουβέντα μας με τον Νίκο Χατζόπουλο που στο έργο παίζει τον ιερέα.
● Το κλασικό έργο αποτελεί μια αναμέτρηση ανάμεσα σε παμπάλαιες εξουσίες, τη θρησκεία, την επιστήμη… Κι ωστόσο στη σύγχρονη εποχή σαν να έχει αλλάξει το κέντρο βάρους και οι προβληματισμοί;
Πράγματι, θέτει σύγχρονα ερωτήματα. Πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ένα δημόσιο άτομο: με βάση ποια ταυτότητα, τη θρησκευτική, της φυλής ή του φύλου, της ερωτικής προτίμησης ή αρκεί η επαγγελματική ιδιότητα του γιατρού; Είναι καλός αν είναι άντρας ή γυναίκα, εβραίος ή μουσουλμάνος, εκεί μπαίνουν και οι σύγχρονοι προβληματισμοί για τη χρήση της γλώσσας.
Παλιότερα θα λέγαμε ότι είναι θέμα πολιτικής ορθότητας, έχει, όμως, διευρυνθεί με τη woke κουλτούρα της αφύπνισης και ευαισθητοποίησης απέναντι σε πράγματα τα οποία μέχρι τώρα ήταν συνηθισμένα στα αυτιά μας, αλλά πλέον είναι προσβλητικά και είναι δικαίωμα των ανθρώπων να αυτοπροσδιορίζονται χωρίς να τους προσδιορίζουν οι άλλοι. Με τι τρόπο γίνεται όμως αυτό; Είναι άλλη υπόθεση το πολιτικό θέμα κι είναι άλλο κομμάτι το τι και πώς παλεύεται η ορατότητα κάποιων μειονοτήτων και κάποιων δικαιωμάτων. Αυτό θίγει το έργο με τον βρετανικό φλεγματικό τρόπο του συγγραφέα, εκθέτοντας όλα τα θέματα, που είναι σημαντικό να συζητιούνται, χωρίς να δίνει λύσεις, παρέχοντας τροφή για σκέψη.
Για να αναρωτηθούμε για τη συμπεριφορά μας και πώς εντάσσεται στον σημερινό κόσμο που πια καθένας θέλει να αυτοπροσδιορίζεται με κάποιο τρόπο, αλλά υπάρχουν δομές που δεν τον αφήνουν, όπως είναι η γλώσσα, στην οποία δεν χωράνε πάρα πολύ εύκολα η ρευστότητα φύλου ή το γεγονός ότι στα ελληνικά, ανεξαρτήτως φύλου, η συμπεριληπτική λέξη γιατρός είναι λέξη αρσενική. Αυτός είναι ο λόγος που ο τίτλος δεν μεταφράστηκε για να μην το προσδιορίζει. Υπάρχουν πολλές ελλείψεις στη γλώσσα και είναι ζητούμενο το αν θα μπορέσουν να καλυφθούν ώστε να μην εκλαμβάνονται ως προσβλητικές κάποιες εκφράσεις – κάτι που δεν συμβαίνει μόνο με την ελληνική γλώσσα.
Ολες αυτές οι αλλαγές δεν γίνονται εύκολα, από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι θέματα παιδείας. Ο πολιτισμός έχει απλωμένες ρίζες αιώνων και αλλάζει αργά, ωστόσο αυτός ο προβληματισμός απομακρύνει από τοποθετήσεις στο δίπολο άσπρο – μαύρο. Και είναι ένα ζωντανό θέμα το πώς πρέπει να αποκαλέσεις έναν άνθρωπο που δεν θεωρεί ότι είναι αρσενικού ή θηλυκού γένους. Εχουμε βέβαια καταφύγει σωστά στο ουδέτερο. Πολλοί νέοι άνθρωποι και έφηβοι το χρησιμοποιούν.
● Ισως γι’ αυτό συναντούμε όλο και πιο συχνά το παπάκι (@) σε καταλήξεις;
Το παπάκι είναι μια λύση για τον γραπτό λόγο, αλλά δεν διαβάζεται, δεν προφέρεται. Ακούστηκε από διάφορες κινητοποιήσεις, τα σπουδαστ@, τα φοιτητ@, αλλά αυτά είναι τραβηγμένα και κάπως χρειάζεται μια προσπάθεια για να μπορούν να ακούγονται. Εκφράζουν μια ανάγκη, ένα σημερινό πρόβλημα που χρειάζεται εμβάθυνση και μια προσπάθεια για λύση – δεν προέκυψαν από το τίποτα. Στο ουδέτερο, μιλώ για πράγματα και για ζώα, όχι για ανθρώπους. Το θέμα υπάρχει και πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να πάψει συμπεριληπτικό να είναι μόνο το αρσενικό γένος. Δεν είναι όμως μόνο αυτά τα θέματα της γλώσσας. Υπάρχει μια ωραία φράση στο έργο που λέει «ο Ιησούς δε ζούσε στην ψηφιακή εποχή»…
● Στο έργο θίγεται ακόμη η διαστρέβλωση από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης;
Σήμερα έχει μεγάλη διαφορά το πώς διαδίδεται κάτι, το πόσο εύκολα διαστρεβλώνεται η πληροφορία και αστραπιαία παρεξηγείται. Η γιατρός του έργου μας πέφτει θύμα μιας τέτοιας αντιμετώπισης. Ολα ξεκινούν από το γεγονός ότι υπάρχει μια κλινική την οποία διευθύνει μια γιατρός. Εκεί κατά τύχη φτάνει ένα κορίτσι 14 χρόνων που έχει κάνει μόνο του έκτρωση, καθώς προέρχεται από οικογένεια καθολικών, οπότε απαγορεύεται, είναι αμαρτία, Εκείνη αποτυγχάνει και, καθώς πεθαίνει από την αιμορραγία, οι θρησκευόμενοι γονείς της στέλνουν έναν ιερέα για να τη μεταλάβει. Η γιατρός απαγορεύει την είσοδο ώστε να μη διαταράξει τις τελευταίες στιγμές της ζωής της, για να έχει έναν γαλήνιο θάνατο.
Ο γιατρός πάντα λειτουργεί προς όφελος του ασθενούς. Το γεγονός αυτό παίρνει απρόβλεπτες διαστάσεις, το πληροφορούνται τα σόσιαλ μίντια και για διάφορους λόγους βγαίνουν στην επιφάνεια θέματα μειονοτήτων, οι γιατροί, οι εβραίοι, οι πολιτικοί που προσπαθούν να καρπωθούν τον θόρυβο προς όφελός τους, τα σόσιαλ και οι τηλεοπτικές εκπομπές που διαστρεβλώνουν το θέμα στο μη περαιτέρω και καταντά να γίνει ένα κυνήγι μαγισσών, φέρνοντας στην επιφάνεια χιλιάδες πράγματα.
Αν η γιατρός μεροληπτεί, κι ας λέει «εγώ δεν προσδιορίζομαι από τίποτα άλλο πέρα από το ότι είμαι γιατρός» – ωστόσο όλοι πάνε να την εντάξουν στην κατηγορία γυναίκα, λευκή γιατρός, ανώτερης τάξης και μόρφωσης, εβραία κ.ο.κ. Εχει όλο αυτό να παλέψει και στο τέλος πέφτει θύμα στον λάκκο με τα λιοντάρια: δέχεται να παραβρεθεί σε ένα τηλεοπτικό πάνελ, παρωδία δίκης, όπου την «ανακρίνουν» εκπρόσωποι διαφορετικών κινημάτων που έχουν γνώμη για το τι θα έπρεπε να έχει κάνει… Προβληματισμοί και σύγχρονες σκέψεις για τις τηλεοπτικές δίκες, το ανοιχτό δικαστήριο που συνιστά το φέισμπουκ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τη μονομέρεια που καταδικάζει οτιδήποτε διαφορετικό από αυτήν. Τίποτα δεν είναι πλέον απλό, όλοι οι εκπρόσωποι των κοινωνικών κινημάτων προσπαθούν να δώσουν στα πράγματα μια κατεύθυνση για να επιβάλουν την ορατότητά τους και να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους.
● Σαν ένας αντικατοπτρισμός της ρευστής εποχής μας;
Πιστεύω πως θα βρει τον δρόμο της – δεν το ξέρω ακόμα. Οταν οι «θερμοκρασίες» είναι τόσο υψηλές, ο καθένας προσπαθεί να επιβάλει τη θέση του και αυτό που τον βολεύει, με τρόπο που, τελικά, προσβάλλει τους άλλους, κάτι που λειτουργεί είτε σαν λογοκρισία, είτε σαν καταπίεση, είτε σαν αποκλεισμός των άλλων. Το θέμα δεν είναι να καταργήσουμε τα βιβλία επειδή αναφέρουν τη λέξη «νέγρος» ή τα τραγούδια επειδή αναφέρουν τη λέξη «χοντρή», το θέμα δεν είναι να διαγράψουμε τις λέξεις και το παρελθόν, αλλά να τις επανανοηματοδοτήσουμε ώστε να μην έχουν μειωτικό χαρακτήρα, να μη χρησιμοποιούνται με προσβλητικό πρόσημο, να μην κατατάσσουν σε μια αξιολογική κλίμακα: αυτό είναι θέμα παιδείας, δεν αλλάζει από τη μια στιγμή στην άλλη. Οταν λέμε λευκός, να μην εννοούμε κυρίαρχος, να αποδίδει ένα χρώμα.
«Το θέμα δεν είναι να καταργήσουμε τις λέξεις, αλλά να τις επανανοηματοδοτήσουμε»
● Μας δίνετε ένα παράδειγμα κατανόησης από το έργο;
Η γιατρός χρησιμοποιεί μεταφορικά τη λέξη «αφεντικό» λόγου χάρη και την κατηγορούν γι’ αυτό, γιατί η λέξη υπονοεί ότι οι άλλοι είναι δούλοι και αυτό είναι προσβλητικό για την κοινότητα των Αφρικανών. Το «εμείς» υπονοεί το «εσείς», άρα εμείς έχουμε δίκιο κι οι άλλοι έχουν άδικο, μια ακραία λογοκρισία που όμως δεν είναι αυθαίρετη. Προέκυψε από κάποια ανάγκη. Είναι θέμα που θέλει αντιμετώπιση. Δεν είναι ότι βγήκαν από την αδιαλλαξία και τη σκληρότητα κάποιοι άνθρωποι. Κάτι τους έχει οδηγήσει εκεί και χρειάζεται περίσκεψη για το πού μπορεί να φτάσει. Μιλάμε για μια μεταβατική εποχή που, αν πάρει τον δρόμο της κατάργησης βιβλίων, λόγου χάρη, τότε φτάνουμε στο οργουελικό «1984». Δεν είναι αυτό το ζητούμενο όμως…
● «Οπως και να μας βλέπουν, δεν είμαστε αυτό που βλέπουν», όπως λέει και το μότο του έργου;
Ο συγγραφέας ζητάει οι ηθοποιοί που θα ερμηνεύσουν τους ρόλους ει δυνατόν, πέρα από τα στοιχεία του ρόλου, μια γυναίκα να υποδυθεί έναν άντρα, ένας μαύρος έναν ρόλο λευκού και το αντίστροφο. Στοιχείο που κρατήσαμε, καθώς η εικόνα αυξάνει κάπως τις προκαταλήψεις για το πρόσωπο και το πώς λειτουργεί αυτό λόγω φύλου, φυλής κ.λπ. Επρεπε να κρατηθεί μια αμφισημία, να μη συμφωνούν τα εξωτερικά χαρακτηριστικά με τα χαρακτηριστικά του ρόλου, υπενθυμίζοντας ότι κρίνουμε από την εμφάνιση. Αυτή η μη δέσμευση από την εικόνα έχει μια αξία: σε κρατά σε εγρήγορση που μπορεί να είναι και το ζητούμενο. Και είναι και δύσκολο να αποτυπωθεί στη μετάφραση…
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ Αμφι-Θέατρο (Αγγελικής Χατζημιχάλη 15 & Ανδριανού, τηλ.: 698 5864104), «The Doctor» του Ρόμπερτ Αϊκ, ελεύθερα βασισμένο στο έργο «Καθηγητής Μπερνάρντι» του Αρτουρ Σνίτσλερ. Σκηνοθεσία-Μετάφραση: Κατερίνα Ευαγγελάτου. Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη. Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα. Mουσική Σύνθεση-Sound Design: Αλέξανδρος- Δράκος Κτιστάκης. Σχεδιασμός Βίντεο: Παντελής Μάκκας. Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος. Πρωταγωνιστούν: Στεφανία Γουλιώτη, Νίκος Χατζόπουλος, Αμαλία Νίνου, Κίττυ Παϊταζόγλου, Μαριάννα Δημητρίου, Ζωή Ρηγοπούλου, Aurora Marion, Λευτέρης Πολυχρόνης, Νίκη Σερέτη, Σταύρος Καλλιγάς, Αλίκη Ανδρειωμένου. Εισιτήρια 14-22 ευρώ. Προπώληση ticketservices.gr
