Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την τιμητική του στο θεατρικό σανίδι φαίνεται πως έχει φέτος ο βραβευμένος με Πούλιτζερ Αμερικανός συγγραφέας Έντουαρτ Άλμπι, που καταφέρνει με τον βιτριολικό του λόγο να ανατρέψει κάθε φαινομενική βεβαιότητα. Μετατρέπει τη σκηνή σε πεδίο μάχης που αναταράσσουν οι ενδοοικογενειακές έριδες, οι προσωπικές συγκρούσεις, που όμως μετατρέπονται σε διαγενεακές αναμετρήσεις, η υπονόμευση κάθε βολής που κρατά την πόρτα ανοιχτή στην ταξική κριτική.

Στο «Από Μηχανής Θέατρο» και μόνο για τρεις ακόμη παραστάσεις, απόψε, στις 18 και στις 19 Δεκεμβρίου, ο σκηνοθέτης Ορέστης Τάτσης δημιουργεί την κατάλληλα ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα για να παρουσιάσει το μνημειώδεις έργο του «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» στην ιστορική μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη. 

Δημιουργεί την απαραίτητη ακραία σκηνική συνθήκη που υπηρετούν άψογα με τις ερμηνείες τους οι Ναταλία Στυλιανού, Δημήτρης Ξανθόπουλος, Άγγελος Ανδριόπουλος και Σεμίνα Πανηγυροπούλου, καταφέρνοντας να ενορχηστρώσει μια δυνατή εμπειρία.

Εδώ παρακολουθούμε δύο ζευγάρια, δύο διαφορετικές γενιές, δύο διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις. Την «κοινωνία του καταναγκασμού» από το πρόσφατο παρελθόν, η οποία δείχνει σιγά σιγά να μας αποχαιρετά αφήνοντας στις ψυχές μας τα υπολείμματά της. Και την «κοινωνία της επίδοσης», που καλπάζει από το μέλλον και καθορίζει ήδη τις ζωές μας.

Στο διασημότερο έργο του, που έκανε πρεμιέρα στη Νέα Υόρκη το 1962 και στην Ελλάδα πρωτοπαρουσίασε ο Κάρολος Κουν στο θέατρο Τέχνης το 1965, ο Άλμπι, με βιτριολικό χιούμορ και άφθονο αλκοόλ οικοδομεί ένα ψυχολογικό θρίλερ για να καταρρίψει τα ζωτικά ψεύδη των πρωταγωνιστών και να συνδέσει τις διαπροσωπικές σχέσεις με τη διεθνή πραγματικότητα.

– Αλήθεια, ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ; ρωτήσαμε την ηθοποιό Ναταλία Στυλιανού, που συνεπαίρνει στο ρόλο της Μάρθας, με την οποία συζητήσαμε για το έργο. Γιατί ο Άλμπι πιστεύετε ότι χρησιμοποιεί αυτόν τον προκλητικό τίτλο;

«Ο τίτλος είναι ένα παιχνίδι, ένα λογοπαίγνιο στο παιδικό τραγουδάκι “Who`s afraid of the big bad wolf”- ποιος φοβάται τον μεγάλο, κακό λύκο. Ο αρχικός τίτλος που είχε δώσει ο Άλμπι στο έργο ήταν “Ο Εξορκισμός”. Ο ίδιος υποστηρίζει σε συνέντευξη του στο Paris Review, πως μια νύχτα του 1954, που έπινε πότο σε ένα μπαρ, είδε γραμμένη αυτή τη φράση στον καθρέφτη. Οι λέξεις κακός λύκος είχαν σβηστεί και στη θέση τους είχανε βάλει το όνομα της συγγραφέως Βιρτζίνια Γουλφ. Στους πανεπιστημιακούς κύκλους, που για την εποχή εκείνη αποτελείτο κυρίως από άντρες, ήταν κάτι σαν εσωτερικό αστείο, ένα ανέκδοτο θα μπορούσε να πει κανείς, σε σχέση με τη Βιρτζίνια Γουλφ. Μια καταξιωμένη γυναίκα συγγραφέα -που αυτοκτόνησε– και συγκαταλέγεται μαζί με τον Προυστ και τον Τζόις μέσα στην τριάδα των μεγάλων καινοτόμων πεζογράφων, πρωτοπόρων του μοντερνισμού στη λογοτεχνία. Στο έργο ο Τζορτζ διδάσκει στο ιστορικό τμήμα του Πανεπιστημίου της Νέας Κάρχηδόνας, που η θέση του πρυτάνεως ανήκει στον πατέρας της Μάρθας. Επίσης, η σχέση του ζευγαριού τρέφεται συνεχώς από τα περίεργα παιχνίδια που παίζουν –ψυχολογικά και λεκτικά- και τη φανταστική πραγματικότητα που δημιουργούν. Αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της πραγματικότητας είναι ο γιος τους. Πιστεύω, λοιπόν, ότι αυτός ο τίτλος δίνει το στίγμα όλου του έργου και λειτουργεί ως καταλύτης σε όλα τα επίπεδα ανάγνωσής του. Είναι ένα παιχνίδι, ένα παιδικό παιχνίδι, ένα ανέκδοτο, που όμως θα μπορούσε να ελλοχεύει κινδύνους…»

– Μάρθα. Ένας ρόλος μνημειώδης. Μια γυναίκα την ίδια στιγμή δυνατή και την ίδια στιγμή βαθιά ματαιωμένη. Τι σημαίνει η Μάρθα για εσάς; Πώς προσεγγίζετε τον χαρακτήρα που ερμηνεύετε;

«Η Μάρθα είναι μια γυναίκα που πάλλεται και διεκδικεί αυτό που πιστεύει ότι της ανήκει. Δηλαδή τον Τζορτζ. Είναι έντονη, φωνακλού, βρομόστομη -όπως γράφει και ο Άλμπι– θέλει να σοκάρει, θέλει να ζήσει, θέλει να υπάρξει. Είναι ένας σεισμός, ένα τσουνάμι που δεν το προλαβαίνεις και κάποια στιγμή καταλαβαίνεις πως έχεις πνιγεί μέσα του. Μπορεί να γίνει κακιά, προσβλητική, απαξιωτική. Είναι μια γυναίκα ανολοκλήρωτη. Η Μάρθα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον Τζορτζ. Είναι ο σύμμαχός της, ο συμπαίχτης της, ο καταλύτης της. Ό,τι κάνει έχει ως στόχο τον Τζορτζ. Μέσα από αυτόν βρίσκει την ευτυχία και τη δυστυχία, την αλήθεια και το ψέμα, την αγάπη και το μίσος. Τον αναπνέει, τον καταβροχθίζει, τον μηδενίζει για να τον ξαναφτιάξει από την αρχή. Η Μάρθα είναι μια γυναίκα σε απόγνωση. Είναι μια βαθιά ερωτευμένη γυναίκα με τον άντρα της. Τον Τζορτζ…».

– Είναι το τραγικό πρόσωπο του έργου; Διακρίνετε Μάρθες σήμερα γύρω μας;

«Δεν πιστεύω πως είναι η Μάρθα το τραγικό πρόσωπο του έργου. Θεωρώ πως και τα τέσσερα πρόσωπα έχουν στοιχεία τραγικότητας. Για μένα αυτό το έργο είναι ένα κουαρτέτο. Αν δεν υπάρξει το νέο ζευγάρι, η Μάρθα με τον Τζορτζ δεν μπορούν να αποκαλύψουν το μέγεθος της αποξένωσης και της ματαίωσης που βιώνουν μεταξύ τους, ο κάθε ένας για τους δικούς του λόγους.

»Για μας, ήταν προϋπόθεση αυτά τα δύο τέρατα να έχουν ερωτευτεί βαθιά στο παρελθόν –και με έναν διεστραμμένο τρόπο να είναι ακόμα ερωτευμένοι. Μόνο όταν έχεις ζήσει ένα έντονο πάθος μπορείς να φτάσεις σε σημείο να θέλεις να καταστρέψεις, να αποδομήσεις τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου, γνωρίζοντας ότι η ενδεχόμενη πτώση του ενός θα συμπαρασύρει σίγουρα και τον άλλον. Το διαζύγιο δεν υφίσταται ως έννοια, δεν ανήκει στο λεξιλόγιό τους. Το παιχνίδι που συνεχώς δημιουργούν τους ανατροφοδοτεί καθημερινά, πηγαίνοντας τα πράγματα στα άκρα. Μέχρι που έρχεται μια μέρα ή, πιο σωστά, όπως λέει και ο Άλμπι, μια νύχτα –η συγκεκριμένη που βλέπουμε στην παράσταση- που ο ένας παίκτης αποφασίζει να το τελειώσει. Είναι σκληρό αλλά ίσως είναι ο μόνος τρόπος να δοκιμάσουν να δουν τη ζωή αλλιώς, χωρίς ψευδαισθήσεις… Αν θα τα καταφέρουν, αυτό είναι μια άλλη ιστορία… Όσο για το αν υπάρχουν σήμερα Μάρθες, ελπίζω όχι, αλλά πιστεύω ναι…».

– Τελικά ποιος φοβάται να ζήσει χωρίς αυταπάτες; Υπάρχει απάντηση στο ερώτημα που θέτει το αριστούργημα του Άλμπι;

«Ελπίζω και εύχομαι η παράσταση να μη δίνει κάποια απάντηση, όπως δεν δίνει και το έργο. Όλα τα θεατρικά κείμενα που διαθέτουν ισχυρή δραματουργία απαντήσεις δεν δίνουν. Τις ερωτήσεις θέτουν και αφήνουν τον θεατή να φανταστεί μόνος του τη συνέχεια. Η επόμενη μέρα είναι το ίδιο άγνωστη, τόσο για τους ήρωες του έργου, όσο και για το κοινό που παρακολούθησε την παράσταση. Φανταστική πραγματικότητα μπορούμε να κατασκευάσουμε όλοι μας και να ζούμε καθημερινά μέσα της. Η ακρότητα που συναντάμε στο έργο θεωρώ ότι υπογραμμίζει ακριβώς αυτό. Επειδή όμως είναι θεατρικό κείμενο και μάλιστα σπουδαίο δεν θα μπορούσε να μην ακροποιήσει τη σχέση αυτού του ζευγαριού. Χρησιμοποιώντας σαν όπλο το αφοπλιστικό χιούμορ, δημιουργεί έναν παραμορφωτικό καθρέφτη. Το τι θα επιλέξει να δει ο καθένας μας μέσα του είναι τόσο ανοιχτό όσο και το φινάλε του έργου».

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

«Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;» του Έντουαρντ Άλμπι

  • Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη
  • Σκηνοθεσία: Ορέστης Τάτσης
  • Σκηνικά – Κοστούμια: Κωσταντίνος Ζαμάνης
  • Μουσική Σύνθεση: Θοδωρής Αμπαζής
  • Σχεδιασμός φωτισμών: Μελίνα Μάσχα
  • Βοηθός Σκηνοθέτη: Δημήτρης Κακαβούλας
  • Βοηθός Σκηνογράφος – ενδυματολόγος: Αλέγια Παπαγεωργίου
  • Β΄ βοηθός σκηνοθέτη: Άννα Γιακουμάτου
  • Φωτογράφος: Άλεξ Κατ
  • Video trailer: Θωμάς Παλυβός
  • Μακιγιάζ: Μικαέλα Πανηγυροπούλου
  • Γραφιστικά: Λήδα Αλέξανδρή
  • Διεύθυνση Παραγωγής: Δημήτρης Κακαβούλας

Πρωταγωνιστούν

  • Μάρθα: Ναταλία Στυλιανού
  • Τζορτζ: Δημήτρης Ξανθόπουλος
  • Νικ: Αγγελος Ανδριόπουλος
  • Χάνι: Σεμίνα Πανηγυροπούλου

Από Μηχανής Θέατρο (Ακαδήμου 13, Αθήνα, 21 0523 2097), απόψε, τη Δευτέρα 18 και την Τρίτη 19/12 στις 21.00. Διάρκεια 150′ με διάλειμμα. Εισιτήρια 10-18€. Προπώληση https://www.more.com/

Και ο άλλος… Άλμπι

Σημειώνεται πως παρουσιάζεται μία ακόμη παράσταση με έργο του Άλμπι. Στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά μπορεί κανείς να δει την εικαστική προσέγγιση του Αμερικανού σκηνοθέτη Ρομπερτ Γουίλσον στο έργο «Τρεις ψηλές γυναίκες»

Οργανώνοντας το γκροτέσκο με κοστούμια εποχής και το ανάλογο μακιγιάζ και στήσιμο των Ρένης Πιττακή, Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη και Λουκίας Μιχαλοπούλου, που τοποθετεί σαν κούκλες σε ένα μινιμαλιστικό σκηνικό προσεγμένο μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια, καταφέρνει να δημιουργήσει μια ολοκληρωμένη στην ελλειπτικότητα του λόγου παράσταση γύρω από την προσωπικότητα μιας γυναίκας σε τρεις φάσεις της ζωής της, ως νέας, μεσήλικης και ηλικιωμένης, την αποτυχημένη σχέση με το γιο της και τον εκμυστηρευτικό απολογισμό μιας ζωής που απογυμνώνεται για να αναρωτηθεί για την ευτυχία.