Από τα πρώτα μαθήματα σκηνοθεσίας, πολλοί φοιτητές μου αγωνιούν να προμηθευτούν εκείνη την πολυπόθητη (και συχνά πανάκριβη για πρωτοετείς σπουδαστές) κάμερα που θα τους επιτρέψει, όπως νομίζουν, να νιώσουν κιόλας σκηνοθέτες.
Μη βιάζεστε, τους λέω. Εχετε κάμερα για εξάσκηση. Είναι τα μάτια σας. Μάθετε να βλέπετε τον κόσμο γύρω σας κινηματογραφικά. Παρατηρήστε προσεκτικά πρόσωπα και χώρους και απομονώστε ό,τι ενδιαφέρον βρίσκετε. Συνθέστε τα δικά σας κάδρα, όπως ο ζωγράφος συνθέτει τους πίνακές του. Προσθέστε πρόσωπα και σώματα όπως εσείς τα φαντάζεστε. Φτιάξτε τα δικά σας πλάνα. Ετσι θα καταλάβετε τι είναι το βλέμμα του σκηνοθέτη και πώς αυτό παρεμβαίνει μέσα στον χώρο. Η κάμερα δεν θα σας δώσει ιδέες, ούτε διδάσκει αισθητική. Απλά βάζει τα όρια σε αυτό που εσείς φανταστήκατε πρώτα με το μυαλό, τα μάτια και την καρδιά σας.
Τους εξηγώ και τη δική μου πρώτη φορά, όταν κατάλαβα τι εστί βλέμμα στο σινεμά. Ποιος βλέπει και τι βλέπει. Ημουν μαθητής κι ερωτευμένος με μια κοπέλα στο απέναντι σπίτι. Στην αρχή την παρακολουθούσα με το βλέμμα κι έφτιαχνα με τη φαντασία μου τα διάφορα κάδρα. Υστερα ανακάλυψα κρυφά και την κάμερα στα ξεχασμένα κιάλια του πατέρα μου. Αυτό ήταν το πρώτο μου μάθημα για το σινεμά. Εβλεπα την πραγματικότητα απέναντί μου, αλλά μέσα από το δικό μου βλέμμα, τη δική μου ματιά.
Δεν είναι υπερβολή να τονίσω ότι ο πρωτοπόρος σκηνοθέτης Δημήτρης Αθανίτης, με την ταινία-δοκίμιο «Η περιπέτεια του βλέμματος», πραγματοποιεί την ενδόμυχη επιθυμία σχεδόν κάθε σκηνοθέτη. Να μιλήσει για τις ταινίες του μέσα από μια άλλη ταινία του, που τις συμπυκνώνει όλες κάτω από το προσωπικό του βλέμμα. Να δείξει πόσο διαφορετικές σκηνές από πολύ διαφορετικές ταινίες μπορεί να τις ενώσει και να τις ερμηνεύσει με αποκαλυπτικό τρόπο το βλέμμα και η αισθητική του σκηνοθέτη τους: από το ασπρόμαυρο στο «Αντίο Βερολίνο» και το «Καμιά συμπάθεια για τον διάβολο» μέχρι τα έντονα μπλε και πράσινα στις «Τρεις μέρες ευτυχίας» και το «Invisible». Δεν ξέρω άλλον να το έχει κάνει αυτό, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Είναι ένα μοναδικό μάθημα κινηματογράφου τόσο για τους δημιουργούς όσο και για τους θεατές. Ο Δημήτρης το έκανε και τολμηρά και πειστικά.
Αλλά και αναγκαία. Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου πάρα πολλές ελληνικές ταινίες έχουν υπερεκτιμηθεί και άλλες τόσες υποτιμηθεί με εξίσου προκλητικό τρόπο, δεν απομένουν πλέον παρά κάποιες προσωπικές παρεμβάσεις από τους ίδιους τους δημιουργούς. Με την «Περιπέτεια του βλέμματος» νιώθω ότι ξαναζεί κάτι από παλαιότερες εποχές που σήμερα, με τις παντός είδους δημόσιες και ιδιωτικές σχέσεις, μοιάζει να έχει ξεχαστεί. Είναι εκείνο το ευγενές και γενναίο «Στηρίξου στις δυνάμεις σου!» ή, πιο απλά, «Κάν’ το μόνος σου!».
*Σκηνοθέτης, διευθυντής Film Studies BA, MA New York College, Athens, University of Greenwich, UK
