Αν υπάρχει κάτι που εξέπληξε –δυσάρεστα ασφαλώς– τον Αλέξη Τσίπρα την προηγούμενη εβδομάδα που βρέθηκε στο Παρίσι και όπου συναντήθηκε μεταξύ άλλων με πολιτικά πρόσωπα όπως ο Ολάντ και ο Μοσκοβισί, αλλά και με ακαδημαϊκούς όπως ο Πικετί, είναι ότι όλοι έχουν αρχίσει, λίγο-πολύ, να συμφιλιώνονται με την ιδέα ότι σε τριάμισι χρόνια που θα γίνουν οι επόμενες γαλλικές προεδρικές εκλογές δύσκολα η Γαλλία θα αποφύγει να έχει στο τιμόνι της τη Μαρίν Λεπέν.
Και πώς να την αποφύγει άλλωστε, όταν οι δημοσκοπήσεις εν όψει των ευρωεκλογών του 2024 την εμφανίζουν εκ του ασφαλούς πρώτη, όταν οι τηλεοπτικοί σταθμοί που φιλοξενούν στελέχη της Ακροδεξιάς διαρκώς αυξάνουν τις θεαματικότητές τους, όταν το μεγάλο κεφάλαιο της Γαλλίας δημοσίως την ευνοεί, όταν πολλές «διασημότητες» τάσσονται στο πλευρό της και, κυρίως, όταν όλη η Ευρώπη δείχνει εδώ και καιρό να στρέφεται προς την Ακρα Δεξιά, η οποία ήδη ελέγχει, αλλού λιγότερο κι αλλού περισσότερο, έξι κυβερνήσεις κρατών-μελών της Ε.Ε.;
Σύμφωνα λοιπόν με δημοσκόπηση που παρουσίασε το περασμένο Σάββατο η γαλλική εφημερίδα Le Monde, ο Εθνικός Συναγερμός, το κόμμα της Λεπέν, θα λάβει στις ευρωεκλογές του ερχόμενου Ιουνίου το 28% των ψήφων. Αν δε προστεθεί και το 9% που εκτιμάται ότι θα λάβουν τα άλλα δύο ακροδεξιά γαλλικά κόμματα, τότε συνολικά η Ακρα Δεξιά, με 37%, έρχεται πρώτη στις προτιμήσεις του γαλλικού λαού. Δεύτερη έρχεται η πολυδιασπασμένη Αριστερά με 32,5%, ενώ η κεντρώα παράταξη στην οποία τοποθετείται ο πρόεδρος Μακρόν θα κυμανθεί περί το 20%. Οσο για την άλλοτε πανίσχυρη παραδοσιακή γκολική Κεντροδεξιά, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι δύσκολα θα πλησιάσει το 10%.
Το φαινόμενο της απορρόφησης της παραδοσιακής Κεντροδεξιάς από την Ακρα Δεξιά δεν είναι πάντως ένα αποκλειστικά γαλλικό φαινόμενο. Αλλού λιγότερο και αλλού περισσότερο, τα κεντροδεξιά κόμματα της Ευρώπης φυλλορροούν τα τελευταία χρόνια, προς όφελος των πάσης φύσεως ακροδεξιών μορφωμάτων, των οποίων κοινός τόπος είναι ο εθνικισμός, το «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», η απέχθεια έναντι των μουσουλμάνων, η έχθρα έναντι οποιασδήποτε παρέμβασης για την προστασία του περιβάλλοντος, ο αντισυνδικαλισμός, ο μισογυνισμός κ.ο.κ.
Στην περίπτωση της Γαλλίας, η Ακρα Δεξιά άρχισε βεβαίως να μεγεθύνεται κατά την περίοδο Σαρκοζί, ο οποίος για να εκλεγεί πρόεδρος επί της ουσίας υιοθέτησε πολιτικές και λόγια του Ζαν Μαρί Λεπέν, ιδρυτή του μεταπολεμικού ακροδεξιού γαλλικού κινήματος και πατέρα της Μαρίν. Εκτοτε, το φαινόμενο έλαβε πανευρωπαϊκές –σχεδόν– διαστάσεις. Από την Ιταλία ώς τη Γερμανία και από τη Σουηδία ώς την Ισπανία τα κεντροδεξιά κόμματα άρχισαν να υιοθετούν ακροδεξιές θέσεις ελπίζοντας πως θα αυξήσουν την εκλογική τους δύναμη. Κάτι το οποίο όχι μόνο δεν συνέβη αλλά, αντιθέτως, ωφέλησε την Ακροδεξιά. Τελευταίο παράδειγμα η Ολλανδία, όπου η Ντιλάν Γεσιλκιόζ (διάδοχος του τέως πρωθυπουργού Μαρκ Ρούτε στην ηγεσία του κεντροδεξιού κόμματος PVV) το πρώτο πράγμα που υποσχέθηκε όταν εξελέγη αρχηγός ήταν πως μετεκλογικά θα συνεργαστεί με την Ακρα Δεξιά του Χέερτ Βίλντερς «για να διώξουν τους ξένους από την Ολλανδία». Και βέβαια οι Ολλανδοί δεξιοί ψηφοφόροι προτίμησαν να ψηφίσουν τον κατάξανθο Βίλντερς –ο οποίος άλλωστε εδώ και χρόνια υπόσχεται ότι θα κλείσει τα τζαμιά και θα απαγορεύσει το Κοράνι στην Ολλανδία– και όχι τη γεννηθείσα στην Τουρκία Γεσιλκιόζ.
Ρατσιστικές ιδέες
Στην περίπτωση της Γαλλίας, που εξακολουθεί να παραμένει λαϊκό κράτος, θέμα απαγόρευσης του Κορανίου δεν τίθεται. Το γεγονός όμως ότι στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων που γίνονται ανάμεσα στην παράταξη Μακρόν και τους κεντροδεξιούς Ρεπουμπλικανούς για τη διαμόρφωση μιας νέας γαλλικής νομοθεσίας για το μεταναστευτικό ακούγονται ιδέες όπως η μη παροχή ιατρικής βοήθειας σε μετανάστες που ασθενούν, ή ακόμα και η αφαίρεση της γαλλικής ιθαγένειας από τα παιδιά των μεταναστών που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη Γαλλία, δείχνει, αν μη τι άλλο, πως για τη γαλλική Κεντροδεξιά τα παθήματα δεν έγιναν μαθήματα. Εξακολουθεί να δημαγωγεί ισχυριζόμενη πως οι οικονομικές ανισότητες και η διάλυση του γαλλικού κοινωνικού κράτους οφείλονται «στους ξένους» και όχι στις δικές της πολιτικές αδυναμίες. Προς μεγάλη, φυσικά, ικανοποίηση της οικογένειας Λεπέν, που βλέπει τις προσπάθειες σχεδόν σαράντα ετών έτοιμες να καρποφορήσουν.
