Όταν ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών δημιούργησε το 1988 τη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (Intergovernmental Panel for Climate Change) επέλεξε να είναι μια διακυβερνητική επιτροπή και επομένως οι εκθέσεις της, που ανακοινώνονται κάθε 5 χρόνια, να είναι το προϊόν μιας διεθνούς συνεργασίας κρατικών ηγεσιών και όχι απλώς το πόρισμα μιας ερευνητικής ομάδας.
Με αυτή την επιλογή δημιουργήθηκε ένας διεθνής και σχεδόν παγκόσμιος θεσμός διακυβέρνησης, ο οποίος προσφέρει εκτιμήσεις και προβλέψεις σε ό,τι αφορά την εξέλιξη του κλίματος, που αποτελούν την πρώτη ύλη των κρατικών πολιτικών απέναντι στην κλιματική αλλαγή. Εχει καθοριστικό ενδιαφέρον το γεγονός ότι εκπρόσωποι των κρατικών εξουσιών υπογράφουν τις εκθέσεις του IPCC και άλλοι εκπρόσωποι αυτών των εξουσιών αποφασίζουν πολιτικές που αναφέρονται στις ίδιες εκθέσεις, ενώ παραβιάζουν συστηματικά τα συμπεράσματά τους.
Αυτή η συνύπαρξη σε πολλές χώρες του πλανήτη, και ειδικότερα στην Ελλάδα, μιας αξιόπιστης και παραγωγικής επιστημονικής κοινότητας και μιας οικονομικής και πολιτικής ελίτ που επιλέγει να ικανοποιεί ιδιωτικά συμφέροντα, που αγνοούν πολλά συμπεράσματα της επιστήμης, ενώ καταγράφονται συστηματικά, και επιβεβαιώνονται, οι απειλές κατά των πληθυσμών, των οικονομιών και του φυσικού περιβάλλοντος, αποτελεί την πλέον επικίνδυνη αντίφαση του κόσμου μας. Μια αντίφαση που δεν μπορεί να επιλυθεί παρά από τη στιγμή που η συμβολή του επιστημονικού κόσμου θα κυριαρχήσει, όταν θα δημιουργηθούν οι συνθήκες για να απαλλαγεί από τις πολλαπλές συνθήκες υποταγής και αποσιώπησής του που επιβάλλουν σήμερα τα κυρίαρχα καπιταλιστικά καθεστώτα.
Η εγκαθίδρυση του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη μετά τη δεκαετία του ’70 δεν ξεκίνησε μόνο ως στρατηγική συγκράτησης, αν όχι μείωσης, των εργατικών αμοιβών, αλλά και ως στρατηγική χειραγώγησης της διανοητικής εργασίας. Η προηγούμενη περίοδος εγκαθίδρυσης και εξέλιξης του φορντισμού σημαδεύτηκε από την ανάπτυξη της κατηγορίας των στελεχών της διοίκησης, αλλά και από την ενίσχυση στο εργατικό προσωπικό της έντασης διανοητικής εργασίας που πάντα χαρακτηρίζει τη χειρωνακτική. Η τάση ενίσχυσης της ενότητας του κόσμου της εργασίας με την ευρεία έννοια, των εργαζομένων, της διοίκησης και της παραγωγής, που προέκυπτε από την επέκταση του φορντιστικού μοντέλου, ήταν μια επιπλέον απειλή για την κυριαρχία του κεφαλαίου. Η ολοκλήρωση της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής περιέλαβε και περιλαμβάνει σταθερά την εξαγορά κατηγοριών της διανοητικής εργασίας, αλλά και την ένταξη μεγάλων κατηγοριών διανοητικής και διοικητικής εργασίας στην επισφαλή εργασία, ώστε να συμπληρωθεί η πολιτική εξατομίκευσης της μεγάλης μάζας της εργατικής τάξης.
Σε όλους τους τομείς πολιτικών που συνδέονται με τις επιστήμες οι οποίες μπορεί να ονομαστούν Επιστήμες της Απελευθέρωσης, ιδιαίτερα κατά τη σημερινή περίοδο για την ανθρωπότητα, και αφορούν την υγεία των ανθρώπων, την παραγωγή και κατανομή του κοινωνικού πλούτου, την κοινωνική προστασία, την προστασία του φυσικού πλούτου, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, υλοποιείται από τις κυβερνήσεις των καπιταλιστικών χωρών μια κοινή στρατηγική. Η οποία συνδυάζει τη γενναιόδωρη αμοιβή μιας επιστημονικής ή επαγγελματικής ελίτ και τη διατήρηση μιας περισσότερο μαζικής κατηγορίας στα όρια της επιβίωσης (νοσοκομειακοί, καθηγητές κ.ά.), η οποία για να επηρεάσει αποφασιστικά τις συνθήκες και το προϊόν της δραστηριότητάς της πρέπει να συγκρουστεί με τις οικονομικές και θεσμικές επιλογές της εξουσίας και της άρχουσας τάξης και κατά προέκταση με την προνομιούχο κατηγορία του κλάδου.
Αλλά οι στρατηγικές και πολιτικές επιλογές που στηρίζονται σε κατακτήσεις των Επιστημών της Απελευθέρωσης -ενεργειακή μετάβαση και Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, δωρεάν δημόσια συστήματα υγείας για όλους, αξιοπρεπής επιβίωση και απασχόληση για το ανθρώπινο δυναμικό, εκπαίδευση για μια δημοκρατική κοινωνία- χρειάζονται για να επιτευχθούν ευρείες κοινωνικές συμμαχίες, και χρειάζεται επιπλέον ηγεμόνευση ιδεών και συμπερασμάτων που έχουν επιστημονική εγκυρότητα, ενώ ξεκινώντας από την περιοχή των περιβαλλοντικών πολιτικών πρέπει να καλλιεργηθεί η προοπτική της παγκοσμιοποίησης των πολιτικών επιλογών.
Οι στρατηγικές και πολιτικές της Αριστεράς δεν μπορούν να οικοδομηθούν χωρίς στενούς δεσμούς με τις επιστημονικές κοινότητες στους διάφορους τομείς και χωρίς ένταξη του στελεχικού δυναμικού της σε διαδικασίες επεξεργασίας προγραμμάτων και σχεδίων. Η συνδικαλιστική λογική στις επιστημονικές κοινότητες δεν αρκεί, γιατί η παρουσία αυτή πρέπει να υπακούει σε πολιτικές λογικές που αφορούν το σύνολο της κοινωνίας, αλλά και το σύνολο των ερωτημάτων που θέτουμε στην επιστήμη. Αλλά χρειάζεται και μια ρήξη με την εποχή που η Αριστερά επιδίωκε -κατά τα χρόνια της μεταπολεμικής ανάπτυξης- την ένταξη του στελεχικού της δυναμικού στη διοίκηση και οργάνωση των καπιταλιστικών καθεστώτων, την εποχή της γέννησης και άνθησης του ευρωκομμουνισμού.
Σήμερα ζούμε την εποχή του επιθετικού κεφαλαίου, απέναντι στην εργασία, τις κοινωνικές κατακτήσεις και την ίδια τη φύση, μιας επιθετικότητας που βάζει σε κίνδυνο ακόμα και το ανθρώπινο είδος. Για να ανασυγκροτηθούν οι κοινωνίες χρειάζεται η εγκυρότητα της επιστήμης και η δημοκρατική παρουσία του συνόλου των εργαζομένων και των πολιτών.
