Οι αντίπαλοι είχαν μαζευτεί γύρω από την σωρό του Σαρπηδόνα. Ο κρητικός Μηριόνης σκότωσε έναν αξιωματούχο των Τρώων, τον Λαογόνο γιο του Ονήτορα που ήταν σεβαστός ιερέας στον Ναό του Δία στην Ίδα. Ο Αινείας εξακόντισε το δόρυ του εναντίον του Μηριόνη αλλά δεν τον πέτυχε. Η αιχμή του δόρατος καρφώθηκε στο χώμα ενώ η άλλη άκρη σειομένη παλλόταν στον αέρα.
Θύμωσε και πικράθηκε ο δυνατός Αινείας που έχασε τον στόχο του που ήταν ο Μηριόνης.
Είπε ο Αινείας δυνατά να τον ακούσουν όλοι.
«Μηριόνη θα σου έκοβα για πάντα τον χορό σου μα κρίμα το κοντάρι μου ξαστόχησε για λίγο»
Ο Μηριόνης αποκρίθηκε, μέγας κονταρομάχος: «Όση κι αν έχεις δύναμη Αινεία ξακουσμένε να καταφέρεις δεν μπορείς όλους να μας σκοτώσεις. Θνητός γεννήθηκες κι εσύ, σου μέλλει να πεθάνεις. Μπορώ με το κοντάρι μου στον Άδη να σε στείλω.».
Ο Πάτροκλος συμβούλεψε τον κρητικό Μηριόνη: « Μηριόνη τι τα θες αυτά που είπες στον Αινεία, δε θα δειλιάσουν οι εχθροί με λόγια και κουβέντες. Εδώ θα σκοτωθούν πολλοί για του νεκρού το σώμα. Τα λόγια κυβερνούν τη σύναξη. Τον πόλεμο τα όπλα κι η δύναμη τον μαχητή. Άσε τα λόγια φίλε μου και πιάσε το κοντάρι»
Ο νεκρός Σαρπηδών ήταν μέσα στα αίματα, στις λάσπες και στα σπασμένα όπλα. Κανείς, όσο και να τον ήξερε, δεν θα καταλάβαινε ότι αυτή η άμορφη μάζα ήταν ο δυνατός και πανέμορφος Σαρπηδών ο γιος του Δία.
Οι αντίπαλοι όλο και πλησίαζαν τον νεκρό ήρωα σαν τις μύγες το γάλα.
Ο Δίας είχε το βλέμμα του στο πεδίο της μάχης και στον νεκρό γιο του. Σκεφτόταν να σπρώξει τον Έκτορα να σκοτώσει τον Πάτροκλο, εκεί δίπλα στον νεκρό Σαρπηδόνα
Π`, 650 και να του πάρει τ` άρματα, τα ρούχα και το κράνος. Του φάνηκε πιο λογικό αυτό να μην το πράξει και να αφήσει τους εχθρούς κι άλλο να κτυπηθούνε μέχρι ξανά ο Πάτροκλος τους Τρώες ν` αναγκάσει στα τείχη τους να τρέξουνε, όσοι δε σκοτωθούνε. Ο Έκτορας κατάλαβε πως χάνουν τον αγώνα και πως του Δία οι βουλές έχουν αλλάξει πάλι και ευνοούν τους Αχαιούς σ` αυτήν εδώ τη μάχη. Πήδηξε μες στο άρμα του και όλους διατάζει να φύγουν και να σπεύσουνε στων μπεντενιών την πύλη.
Του Σαρπηδόνα πήρανε όλα τα άρματα του, σχεδόν γυμνό τον άφησαν στο αίμα βουτηγμένον. Ο Πάτροκλος τα έδωσε στα πλοία να τα πάνε.
Ο Ζευς τον Φοίβο κοίταξε και του `πε πικραμένος.
«Απόλλωνα, να πάρεις τώρα τον νεκρό από το μαύρο χώμα και σκούπισε τα αίματα που έχει στο κορμί του. Μετά να πας σε ποταμό που τα πολλά νερά του τρέχουνε πεντακάθαρα και είναι κρουσταλλένια. Λούσε και πλύνε τον νεκρό, με λάδι άλειψε τον και φόρα του στο σώμα του τον θεϊκό χιτώνα. Έπειτα εσύ προσκάλεσε τα δίδυμα αδέλφια, τον Ύπνο και τον Θάνατο, να τους τον παραδώσεις. Εκείνοι θα πετάξουνε να πάνε στην Λυκία, την όμορφη, την καρπερή, την πλούσια τη χώρα που ήταν το βασίλειο του γιου μου Σαρπηδόνα.
Να παραδώσουν τον νεκρό σε συγγενείς και φίλους κι εκείνοι ξέρουνε καλά πως πρέπει να τιμήσουν τον δοξασμένο αρχηγό που έπεσε στη μάχη. Μνημείο να του κτίσουνε με κίονα απάνω, αιώνια κι αθάνατη να μείνει η θύμηση του. Μνημείο μνήμης άσβεστης».
Ο Απόλλων άρχισε την ίδια στιγμή να εκτελεί τις εντολές του πατέρα του Δία. Έφυγε τρεχαπετάμενος από το όρος Ίδη και βρέθηκε στο πεδίο της μάχης και σήκωσε τον θείο Σαρπηδόνα από τις λάσπες και τα αίματα. Τον μετέφερε σε μακρινό ποτάμι που τα νερά του έτρεχαν ορμητικά κελαρυστά, δροσερά και πεντακάθαρα. Αφού τον έπλυνε και τον έλουσε τον άλειψε με αθάνατο λάδι και του φόρεσε θεϊκό χιτώνα και ρούχα. Τον παρέδωσε στους δίδυμους φτερωτούς αδελφούς Ύπνο και Θάνατο. Εκείνοι στη στιγμή τον πήγαν στην όμορφη και καρπερή Λυκία.
Ο Πάτροκλος στο άρμα του με τον ηνίοχο του τον Αυτομέδοντα όρμησε στους Τρώες που έντρομοι κινούνται προς την πόλη τους να φυλαχτούν στα τείχη. Προκάλεσε την Μοίρα του ο Πάτροκλος ο θείος και όσα του `πε ο Αχιλλεύς τα ξέχασε στη μάχη. Τον πήρε ενθουσιασμός κι οδεύει προς τον Άδη. Ο Δίας κάθε πόλεμο σοφά τον κουμαντάρει, ποιος θα δειλιάσει κι άλλος ποιος με θάρρος θα ορμίσει.
Ω Πάτροκλε περήφανε του Μενοιτίου γόνε ποιον πρώτο σκότωσες εσύ και ποιόνε τελευταίο την ώρα που ο μέγας Ζευς είχε αποφασίσει τη ζήση σου να κόψει πια στον Άδη να σε πέψει;
Σκότωσες τον Άδραστο και τον Επίστορα, τον Αυτόνοο γιο του Μέγα, τον Πέραμο, Έλασο, Μούλιο, Έχεκλο, Μελάνιππο, Πυλάρτη. Όταν σε είδαν τόσο μανιασμένο και ασυγκράτητο οι Τρώες τράπηκαν σε φυγή. Οι Αχαιοί με σένα Πάτροκλε ήταν σίγουροι ότι θα αλώσουν το κάστρο του Πριάμου. Όμως αυτά τα τείχη ο Φοίβος ο Απόλλωνας ολόρθα τα κρατούσε καθώς κοιτούσε από ψηλά, από του κάστρου πύργο, όσα διαδραματίζονταν στης μάχης την αντάρα.
Όμως γενναίε Πάτροκλε την ίδια ώρα εκείνη που τόσο δοξαζόσουνα, ο Δίας ο Κρονίδης τον θάνατο σου τον φριχτό είχε αποφασίσει.
Π`, 700.
Τρεις φορές πάτησε ο Πάτροκλος τα τείχη και τρεις φορές με δύναμη τον σπρώχνει ο Απόλλων. Στην τέταρτη απόπειρα τ` ατρόμητου Πατρόκλου του μίλησε ο Απόλλωνας και του `πε μανισμένος;
«Πάτροκλε, φύγε αρχοντογέννητε! Δε γράφτηκε απ` τους θεούς και τον αφέντη Δία εσύ με το κοντάρι σου τα τείχη να αλώσεις. Ούτε ο μέγας Αχιλλεύς θα ρίξει αυτά τα τείχη που είναι ο πλέον δυνατός απ` όλους εδώ πέρα».
Ο Πάτροκλος φοβήθηκε που άκουσε τον Φοίβο και η ορμή του κόπηκε και πίσω ετραβήχτη.
Ο Έκτορας είχε φτάσει με το άρμα του στην πύλη και πριν περάσει μέσα στην πόλη σκέφτηκε να επιστρέψει στη μάχη αλλά να ασφαλίσει πριν το στράτευμα του εντός των τειχών. Ακριβώς εκείνη την στιγμή ο Απόλλων παρουσιάστηκε μπροστά του με τη μορφή του θνητού Άσιου. Ο Άσιος ήταν θείος του Έκτορα, αδελφός της μητέρας του Εκάβης και γιος του Δύμαντα. Ο Άσιος ζούσε στη Φρυγία, στου ποταμού Σαγγάριου πλάι τις ροές.
Ο Απόλλων μίλησε στον Έκτορα με τη μορφή τ` Ασίου: « Ω Έκτορα ατρόμητε τι σκέφτεσαι να κάνεις. Δε σου ταιριάζει θεϊκέ τον πόλεμο ν` αφήσεις και φοβισμένος να κλειστείς στ` απόρθητα τα τείχη. Γύρισε με το άρμα σου τον Πάτροκλο κυνήγα. Να τον σκοτώσεις Έκτορα και θα `σαι δοξασμένος από ανθρώπους και θεούς, από τον μέγα Φοίβο, τον τοξοβόλο Απόλλωνα που τόσο σ` αγαπάει».
Αμέσως αναντράνισε ο Έκτωρ Πριαμίδης και πρόσταξε τον οδηγό τον άξιο Κεβριόνη, να στρέψει πίσω τ` άλογα ξανά μέσα στη μάχη.
Ο Απόλλων, με την αιγίδα του Δία, έσπειρε τον τρόμο στο στρατόπεδο των Αχαιών .
Ο Έκτωρ δεν νοιαζότανε να σκοτώσει άλλους εχθρούς αλλά μόνο τον Πάτροκλο που τον αναζητούσε με αδημονία.
Ο Πάτροκλος άφησε το άρμα του πηδώντας κάτω και πάλλοντας στο αριστερό χέρι το κοντάρι ενώ με το δεξί κρατούσε μια μεγάλη πέτρα. Η πέτρα πέτυχε στο πρόσωπο τον ηνίοχο του Έκτορα, τον γενναίο Κεβριόνη νόθο γιο του Πρίαμου. Ο άτυχος νέος έπεσε νεκρός σα να έκανε βουτιά στη θάλασσα.
Ο Πάτροκλος είπε ειρωνικά στον Έκτορα: « Σαν βουτηχτή τον έστειλα κάτω στον άλλο κόσμο. Σπουδαίος θα γινότανε ψαράς στρειδιών ετούτος.
1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
2*. Στην φίλη Αναστασία Ρούσου – Πετρονώτη.
