Τι είναι αυτό που κάνει τον «Ζορμπά» να αντέχει στον χρόνο, να διαβάζεται από το 1946, όταν πρωτοεκδόθηκε, και να σχολιάζεται έως σήμερα; Τι είναι αυτό που τον κάνει να ελίσσεται, να διασκευάζεται σε κινηματογραφικό σενάριο και να γυρίζεται ταινία από τον Μιχάλη Κακογιάννη (1964), να μετουσιώνεται σε θεατρικό κείμενο και να ανεβαίνει στη σκηνή, να γίνεται χορογραφία για μπαλέτο ή να ακούγεται σαν συρτάκι με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη; Και τώρα, τι είναι αυτό που τον κρατά ζωντανό, είτε στα αυτούσια καζαντζακικά λόγια μέσα στις επανειλημμένες επανεκδόσεις του ή στα χρώματα του Soloúp, ο οποίος τον μετατρέπει σε γραφιστικό μυθιστόρημα;
Ο σκηνοθέτης Μ. Κακογιάννης έδωσε την απάντηση που έχει μείνει ανεξίτηλη στις συνειδήσεις του παγκόσμιου κοινού: ο Ζορμπάς είναι ο αιώνιος Ελληνας, συχνά γραφικός, αλλά ατόφιος, αντισυμβατικός, αυθόρμητος, φιλελεύθερος, ατίθασος… Πολλοί διαφωνούν με μια τέτοια τυποποιημένη εκδοχή. Το ίδιο κάνει κι ο κομίστας στον ανά χείρας τόμο: ο Ζορμπάς πολύ περισσότερο είναι η χαρά της ζωής, που ξεπερνά βάσανα και δυσκολίες, πεζές έγνοιες και μεγάλα ναυάγια. Είναι η αεικίνητη δράση της ελευθερίας, που δεν σταματά στην τρέχουσα ηθική, ούτε σε πατρίδες και θρησκείες, αλλά χύνεται απρόσκοπτα σε ό,τι τον κάνει να ζει ακέραια και ορμητικά.
Τελικά, τι κερδίζει το κλασικό πλέον έργο με τη διασκευή του σε graphic novel; Ή, καλύτερα, τι αξιοποιεί ο Soloúp για να το επικαιροποιήσει μέσω των σκίτσων του; Μα φυσικά τη διαλογικότητα! Το δίδυμο Καζαντζάκης και Ζορμπάς, αφεντικό και αρχιεργάτης, πνευματικός και πρακτικός άνθρωπος, γήινος ρεαλιστής και ιδεαλιστής καλαμαράς, χειρώνακτας και χαρτοπόντικας, φιλόσοφος του αέρα και φιλόσοφος της γης, χτίζει το μυθιστόρημα με συνεχείς διαλόγους που διασταυρώνουν τις δύο καζαντζακικές αδελφές και αντίζηλες, τη θεωρία και την πράξη. Ετσι, μεγάλο μέρος του «Zorμπά» καλύπτει τις συζητήσεις των δύο στο ήρεμο νυχτερινό ακρογυάλι, ενώ τη μέρα το αφεντικό διαβάζει και γράφει τον «Βούδα» και ο επιστάτης πελεκάει το βουνό για να βγάλει λιγνίτη.
Βασικό χαρακτηριστικό του Ζορμπά, που τονίζει ιδιαίτερα ο κομίστας, είναι ο φιλήδονος φιλελευθερισμός του, που αγαπά τη γυναίκα, τον ελεύθερο έρωτα, που δεν εγκλωβίζεται στον γάμο, που πέφτει με τα μούτρα στη μαντάμ Ορτάνς, επειδή κάθε γυναίκα θέλει να αγαπιέται, όσων χρόνων κι αν είναι, που ολοένα σπρώχνει το αφεντικό στην αγκαλιά της χήρας.
Κυρίαρχη αφηγηματική τεχνική του Soloúp είναι η αναδρομή και ο εγκιβωτισμός. Το παρελθόν του Ζορμπά στη Ρωσία, οι ένθετες ιστορίες που λέει, οι αναμνήσεις του αφεντικού από την Ευρώπη, ο Βούδας κ.ά. σφηνώνονται στο κύριο σώμα του έργου και του δίνουν νέες διαστάσεις. Ολα αυτά, με σοφές εναλλαγές χρωμάτων και ζουμ, αναδεικνύουν το ουσιώδες, άλλοτε το κωμικό κι άλλοτε το σοβαρό. Ο ίδιος ο Ζορμπάς, μάλιστα, γίνεται μέρος μιας ευρύτερης μετα-αφήγησης, στην οποία ο κομίστας Αντώνης Νικολόπουλος βλέπει την επιβίωση του ζορμπακικού brand name σε άπειρα καταστήματα ή σε δίσκους με συρτάκι, ενώ ο ίδιος προσπαθεί να αντικρούσει την απέχθεια της νέας γενιάς προς τον φιλοσοφιοκρατούμενο Καζαντζάκη.
Ο αναγνώστης στο γραφιστικό μυθιστόρημα διαβάζει φυσικά τον Ζορμπά του Καζαντζάκη και παρακολουθεί το πνεύμα του βιβλίου. Συνάμα όμως μυείται στον τρόπο σκέψης του Soloúp, που αναζητεί τον αντιήρωα στον 21ο αιώνα και στα διαχρονικά του μηνύματα. Ο δημιουργός ξεκινά λίγο αμήχανα, αλλά γρήγορα βρίσκει τον ρυθμό του, επιβραδύνει και επιταχύνει όπου πρέπει, εναλλάσσει αφήγηση και φιλοσοφικό σχόλιο, ορθώνει μπροστά μας έναν τρισδιάστατο Ζορμπά, με όλο τον χείμαρρο της ζωής να βγαίνει όταν μιλάει ή όταν χορεύει. Ετσι, το τελικό συμπέρασμα μπορεί να μην είναι «Ή Ζορμπάς ή αφεντικό», αλλά «Και Ζορμπάς και αφεντικό», καθώς αυτά τα δύο πιθανότατα είναι ένα.
Το έργο τελειώνει με πολυάριθμες αποτυχίες. Η χήρα τελικά δολοφονείται από τους χωρικούς, η μαντάμ Ορτάνς πεθαίνει κι ο εναέριος που ετοίμαζε ο Ζορμπάς διαλύεται. Ωστόσο, επειδή ο στόχος της σύμπραξης των δύο φίλων δεν είναι η επιτυχία, αλλά το ταξίδι ή αυτό το πολλές φορές σχεδιαζόμενο μοναστήρι για ελεύθερους ανθρώπους, ο αναγνώστης βγαίνει μεν συναισθηματικά φορτισμένος, αλλά συνάμα φιλοσοφών και χορεύων ζορμπακικά.
