Αυτό τον καιρό βρίσκεται στην Αθήνα ο Καναδός σκηνοθέτης Φρανκ Τοτίνο, προσκεκλημένος μιας ομάδας νέων ηθοποιών που αποφάσισε να γνωρίσει στο αθηναϊκό κοινό ένα σημαντικό αντιπολεμικό έργο που δεν έχει παιχτεί ποτέ σε ελληνική σκηνή και δεν είχε καν μεταφραστεί μέχρι πρότινος στα ελληνικά. Πρόκειται για το «The Last Bird» του Κιθ Τζόνστοουν που παίζεται αυτό τον καιρό στο θέατρο «Μοντέρνοι Καιροί» σε μετάφραση Γιώργου Κασαπάκη.
Πρόκειται για μια αντιπολεμική τραγικωμωδία που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1971 στη Δανία, σε μια εποχή όπου τρομακτικές εικόνες από τον πόλεμο στο Βιετνάμ είχαν κατακλύσει τα ευρωπαϊκά ΜΜΕ, ενώ ο συγγραφέας άντλησε επίσης έμπνευση από τον αντιαποικιοκρατικό αγώνα της Αλγερίας εναντίον των Γάλλων, την αγγλική παρουσία στην Τασμανία και τη βελγική κυριαρχία στο Κονγκό.
Αποτελεί βέβαια μια διαχρονική και συγκλονιστική εξερεύνηση των φρικαλεοτήτων του πολέμου. Οσο για τον Τοτίνο, υπήρξε για περίπου μισό αιώνα συνεργάτης, βοηθός και φίλος του Βρετανοκαναδού συγγραφέα, πράγμα που δικαιολογεί την πρόσκληση που του έγινε να σκηνοθετήσει το έργο στην πανελλήνια πρώτη του.
● Βρίσκεστε στην Ελλάδα για το «The Last Bird». Ο συγγραφέας του είναι άγνωστος στη χώρα μας. Πείτε μας λίγα λόγια γι’ αυτόν.
Τον γνώρισα το ’76 και είχαμε επικοινωνία μέχρι και τον περασμένο Μάρτιο, που πέθανε. Ο Κιθ ξεκίνησε το 1956. Εκανε τότε η εφημερίδα «Observer» ένα διαγωνισμό διηγήματος και ο Κιθ κέρδισε το πρώτο βραβείο. Αυτό στάθηκε η αφορμή να τον καλέσει το Royal Court Theatre να δουλέψει γι’ αυτούς. Ηταν ένα θέατρο που ανέβαζε νέους συγγραφείς. Ο Κιθ παρακολούθησε στην Αγγλία το «Περιμένοντας τον Γκοντό» σε μια παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου και αυτό ήταν η αφορμή να ξεκινήσει να γράφει θεατρικά έργα. Γνωρίστηκε μάλιστα προσωπικά με τον Μπέκετ, που τον επηρέασε πάρα πολύ. Ο Μπέκετ περιέγραφε έναν δυστοπικό κόσμο, στον οποίο είχε μεγαλώσει και ο ίδιος ο Κιθ. Εγραψε πέντε θεατρικά έργα και το καλύτερό του είναι το «The Last Bird».
Ο Κιθ όμως με το πέρασμα των χρόνων άρχισε να αναπτύσσει τις ιδέες του σχετικά με τον αυτοσχεδιασμό, οι οποίες επηρέασαν πολλούς ηθοποιούς και τους επηρεάζουν ακόμη και σήμερα. Πολλές φορές θεωρούμε ότι ο αυτοσχεδιασμός είναι κάτι σαν μια ελαφριά κωμωδία με χαζά αστεία, για να περάσουμε καλά, αλλά ο πυρήνας του έχει να κάνει με το πώς δουλεύει το μυαλό και πώς συμπεριφερόμαστε, πώς αλληλεπιδρούμε με άλλους ανθρώπους. Δεν έχει να κάνει μόνο με το θέατρο. Τον χρησιμοποιούν και στις επιχειρήσεις ακόμα. Ο Κιθ είναι ιδιαίτερα γνωστός από βιβλία που έχει γράψει για τον αυτοσχεδιασμό στο θέατρο, το Improv Theatre. Ενα απ’ αυτά έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά και θα σου πρότεινα να το διαβάσεις.
● Αρα ήταν περισσότερο δάσκαλος και θεωρητικός παρά συγγραφέας.
Ηταν και σπουδαίος σκηνοθέτης. Είχε φτιάξει πολλές θεατρικές ομάδες κι έκανε σκηνοθεσία. Νορβηγία, Δανία, Αγγλία, Καναδά, ΗΠΑ.
● Γιατί είναι σημαντικό το «The Last Bird»;
Είναι καλογραμμένο, μιλάει για τον πόλεμο, την εξουσία, το σύστημα που μας ελέγχει. Το έγραψε το ’71, ενώ γινόταν ο πόλεμος στο Βιετνάμ. Είχε καλή ενημέρωση, γιατί ζούσε στις σκανδιναβικές χώρες. Μάθαινε για τις θηριωδίες που έκαναν οι Αμερικανοί στρατιώτες σε βιετναμέζικα χωριά. Τα σουηδικά μέσα μετέδιδαν τα νέα, ενώ στα αμερικανικά μέσα τα απέκρυπταν. Το έργο λοιπόν έχει βαρύ θέμα. Μιλάει για τη συμμαχία Εκκλησίας – Κράτους, δείχνει πώς η εξουσία θέλει να μας ελέγχει και να μας κάνει να σκεφτόμαστε πράγματα που δεν τα πιστεύουμε και μας αναγκάζει να τα πιστέψουμε.
● Αν ζούσε σήμερα ο Κιθ Τζόνστοουν και ήταν ενεργός συγγραφέας, θα έγραφε το ίδιο έργο με φόντο όσα διαδραματίζονται στην Ουκρανία και στην Παλαιστίνη;
Βιετνάμ, Ουκρανία, Παλαιστίνη… Ο πατριάρχης της Ρωσίας, όταν άρχισε ο πόλεμος, αποκάλεσε τον Πούτιν «Δώρο Θεού». Η Εκκλησία και το κράτος πάνε πλάι πλάι στην ευρωπαϊκή Ιστορία. Δεν είναι κάτι καινούργιο ότι ο αυτοκράτορας είναι θεός. Ο Αλέξανδρος, ο Ιούλιος Καίσαρας, ο Ναπολέων, υποστήριζαν ότι ήταν θεόσταλτοι. Οι άνθρωποι πρέπει να φοβούνται. Υπάρχει κάτι κακό που πρέπει να φοβάται ο κόσμος, όπως τους ναζί στην Ουκρανία. Οι Αμερικάνοι εισέβαλαν στο Βιετνάμ για να το σώσουν από τον κομμουνισμό.
● Το έργο θα ήταν σήμερα πιο σκληρό ή δεν πάει περισσότερο;
Το διαφημίζουμε ως ένα έργο που γράφτηκε πενήντα χρόνια πριν και αφορά το σήμερα.
● Η δική σας σχέση με το έργο ποια είναι;
Εχω συμμετάσχει δύο φορές ως ηθοποιός, με σκηνοθέτη τον ίδιο τον Κιθ, και το έχω σκηνοθετήσει κιόλας. Είναι δοσμένο σαν ένα μεσαιωνικό έργο μυστηρίου.
Θα δείτε μέσα τον Χάρο, τον Θεό – στα έργα του Μεσαίωνα υπήρχαν στη μία πλευρά οι πύλες της Κολάσεως και στην άλλη οι πύλες του Παραδείσου. Είναι η ίδια ιστορία που λέγανε οι Ελληνες για την πάλη θεών και ανθρώπων.
Τα θέματα που πραγματεύεται είναι βαριά, αλλά παρουσιάζεται με μάσκες και απλοϊκά σκηνικά. Δεν υπάρχει μεταξύ των σκηνών ένα ενιαίο σχέδιο, δεν υπάρχει κάποιο αναγνωρίσιμο στιλ. Ενα πράγμα που μισούσε ο Κιθ ήταν το θέατρο που γίνεται με σαφώς αναγνωρίσιμο στιλ, ώστε να ξεχωρίζει κάποια θεωρία, κάποια φιλοσοφία από πίσω, και να περνιέται για υψηλή τέχνη. Εμένα μ’ ενδιαφέρει το κοινό να ζήσει μια εμπειρία που θα μπορέσει να την πάρει μαζί του στο σπίτι.
● Θα μπορούσε να το σκηνοθετήσει ένας Ελληνας σκηνοθέτης, κάποιος δηλαδή που δεν θα είχε τη σχέση που έχετε εσείς με τον συγγραφέα και το έργο;
Στην έκδοση του έργου, ο Κιθ έχει σκηνοθετικές σημειώσεις. Αντί για οδηγίες, έχει μέσα σε αγκύλες προτάσεις όπως «θα μπορούσε εδώ ο ηθοποιός…». Το έχει γράψει από την οπτική κάποιου που το παρακολουθεί. Αφήνει διαρκώς ανοιχτά περιθώρια ερμηνείας. Το έργο λοιπόν το έχουν ανεβάσει κι άλλοι σκηνοθέτες, και στην Αγγλία και αλλού.
● Αρεσαν στον ίδιο οι παραστάσεις χωρίς τη δική του σκηνοθεσία;
Δεν τις είχε δει.
● Οι ηθοποιοί του ελληνικού θιάσου έχουν όλοι τους σχέση με το Improvisation. Θα μπορούσε να ανεβεί η παράσταση με ηθοποιούς που δεν έχουν σχέση μ’ αυτό;
Φυσικά. Ο αυτοσχεδιασμός δεν είναι αυτό που νομίζουν πολλοί. Εμείς ανακαλύψαμε με τον Κιθ πολλά πράγματα που μπορείς τώρα να τα δεις σε μια παράσταση αυτοσχεδιασμού. Ο Κιθ είχε επινοήσει κάποια παιχνίδια αυτοσχεδιασμού, και τα λέμε παιχνίδια γιατί παίρνεις ένα concept για να μελετήσεις την ανθρώπινη συμπεριφορά. Αν σπουδάζεις υποκριτική, σπουδάζεις ανθρώπινη συμπεριφορά. Ο «παίκτης» μπορεί να έχει κάποια στάση και μετά μπορεί να αλλάξει. Αν σε έναν χαρακτήρα δεν υπάρχει αλλαγή, δεν υπάρχει ιστορία, δεν υπάρχει αφήγηση. Ο Αριστοτέλης το είχε καταλάβει αυτό, για τη γραμμή της αφήγησης. Οταν αλλάζουν οι χαρακτήρες, τότε καταλαβαίνουμε ότι κάτι συμβαίνει. Για παράδειγμα, αν ένας χαρακτήρας πει σε έναν άλλον «Εσύ ήσουν», υπάρχει μια προσδοκία. Το μυαλό του θεατή γεμίζει πιθανότητες. Περιμένουμε να δούμε τι επίδραση έχει η κάθε φράση.
● Στον παλιό, λαϊκό ελληνικό κινηματογράφο, οι ηθοποιοί αυτοσχεδίαζαν χωρίς να έχουν διδαχθεί αυτοσχεδιασμό. Δε μπορεί κάποιος να αυτοσχεδιάσει χωρίς να το έχει διδαχθεί;
Ο Φελίνι ρωτήθηκε κάποτε: «Πώς παίρνεις τόσο καλές ερμηνείες από τους ηθοποιούς σου;» Και είπε: «Στην Ιταλία έχουμε πεντακόσιους αρκετά καλούς ηθοποιούς και τριάντα πέντε εκατομμύρια τέλειους». Εβαζε στις ταινίες του ανθρώπους που δεν είχαν εκπαιδευτεί. Αυτό που ήθελε να δει ήταν η τεχνική του ηθοποιού πίσω από την κάμερα. Δεν ήθελε να δει κάποιον να επιδεικνύει την τεχνική του. Θα ’ταν σαν να τον βλέπει να αυνανίζεται. Πόση ώρα θα άντεχε να τον βλέπει;
● Ποια είναι η σχέση σας με την Ελλάδα; Ερχεστε πρώτη φορά;
Πρωτοήρθα το ’71, σαν χίπης. Πήγα στην Κρήτη, στη νότια ακτή, κι έμεινα μισό χρόνο. Αυτό που θυμάμαι περισσότερο, εκτός από την ευγένεια των ανθρώπων, είναι ότι ξέρανε τους αστερισμούς. Εκεί ήταν όλος ο ουρανός μπροστά τους και μπορούσαν να βλέπουν την κίνηση των αστεριών. Εγινα κι εγώ τόσο καλός σ’ αυτό, που μπορούσα να κοιτάζω τον ουρανό το βράδυ και να καταλαβαίνω τι ώρα είναι, με απόκλιση 15 λεπτών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούσα να καταλάβω εύκολα και τα πολιτικά της εποχής.
Στο κουτάκι με τα σπίρτα ήταν κολλημένο ένα χαρτί, το πουλί της χούντας. Στο καφενείο βλέπαμε ότι τα σπιρτόκουτα ήταν σχισμένα. Μόλις τα αγοράζανε, τα ξύνανε με το νύχι τους. Κι αρχίσαμε με τον αδερφό μου να το κάνουμε κι εμείς. Μας βλέπανε οι χωριανοί και μας κερνάγανε. Κάποια στιγμή όμως αποσύρανε όλα τα σπίρτα από τη χώρα και για τρεις βδομάδες δεν έβρισκες πουθενά. Κι όταν τα ξαναφέραν, το πουλί ήταν τυπωμένο στο κουτί, όχι κολλημένο. Γι’ αυτό αγόρασαν όλοι αναπτήρες. Κι όταν μας έβλεπαν κι εμάς με αναπτήρες, μας φωνάζαν να μας κεράσουν ρακή. Μ’ αυτό τον τρόπο κατάλαβα την πολιτική κατάσταση της Ελλάδας τότε. Καθώς και από το ότι όλοι οι αστυνομικοί οδηγούσαν μηχανές Harley Davidson και αυτοκίνητα Ford. Η μεγαλύτερη εμπειρία μου από την Ελλάδα λοιπόν είναι από τη νότια Κρήτη. Οχι τα Μάταλα όμως, δεν μου άρεσαν.
● Παραμένετε χίπης;
Ναι, φυσικά, αλλά δεν είμαι τόσο αφελής. Είμαι μεγάλος πια. Νιώθω ένοχος για τον κόσμο που αφήνω στα παιδιά μου. Οι χίπις απέτυχαν. Κατέληξαν να κάνουν κουμάντο, γίναν γιάπις. Απ’ το ’67 ώς το ’72 οι χίπις μετατράπηκαν σε νεαρούς επαγγελματίες, γιάπις, και το ’80 γυρίσανε στα δεξιά. Αλλά εγώ το ’76 συνάντησα τον Κιθ και μου άλλαξε τη ζωή.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: Θέατρο «Μοντέρνοι Καιροί», Δαμοκλέους 8, Γκάζι, τηλ. 21 0347 0670. Keith Johnstone: «The Last Bird». Σκηνοθεσία: Frank Totinο. Μετάφραση: Γιώργος Κασαπάκης. Παίζουν: Κωνσταντίνος Αγγελής, Αθηνά Βαλαντάση-Μαντέλλου, Κρίστι Βυθούλκα, Νικόλας Δρανδάκης, Γιώργος Κασαπάκης, Μάρω Λεσιώτη, Ιάσονας Μαμωνάς, Λαμπρινή Ξένου, Δέσποινα Χρυσικού. https://www.more.com/theater/the-last-bird-1/
