Αλλο χρονογράφημα είχα στείλει για σήμερα. Το άλλαξαν τα γεγονότα. Που με έφεραν πολλά χρόνια πίσω, στο ρεπορτάζ. Κι αλίμονο στον δημοσιογράφο που δεν είναι έτοιμος, ανά πάσα στιγμή, ν’ ανοίξει τις αποσκευές του, ακόμα και συνταξιούχος, και να κάνει ρεπορτάζ, επιτόπου, όταν τα γεγονότα είναι ορατά, απτά και σε προκαλούν να τα περιγράψεις, ας είναι και ξημερώματα Κυριακής. Κι εσύ, ξένοιαστος, αμερόληπτος που λέει και μια φίλη, ανηφορίζεις προς τον καθημερινό σου Υμηττό.
Οπου εκεί, τελευταίο τετράγωνο πριν από την Ούλοφ Πάλμε και την πύλη της Πανεπιστημιούπολης, προσφυγικές πολυκατοικίες Καισαριανής, αισθάνεσαι στη σόλα θραύσματα από γυαλιά. Κοιτάζεις. Πράσινο μπουκαλιών μπίρας. «Κάποιος μεθυσμένος του Σαββατόβραδου τα έσπασε…» σκέφτεσαι. Μόνο που είναι πολλά… Αρα και πολλοί οι μεθυσμένοι; Δεν πάει. Στα επόμενα βήματα, βλέπεις πέτρες στην άσφαλτο, μεγαλούτσικες. Και προτού προλάβεις να μοντάρεις εικόνα, κατάσταση και εξήγηση… νιώθεις στα μάτια το γνωστό τσούξιμο…
Στην Ούλοφ Πάλμε πλέον η εξήγηση είναι μπρος στα μάτια σου. Μπάχαλο. Λίθοι και πλίνθοι και κέραμοι και κάδοι σκουπιδιών πυρπολημένοι και πινακίδες σήμανσης αποκαθηλωμένες και αποκαΐδια και ερυθρόλευκες ταινίες απαγόρευσης κυκλοφορίας και κάποιοι αστυνομικοί παρακεί κάτι να προσπαθούν… Γνωστά τα πιο πολλά παιδιά στο θυρωρείο (τόσα χρόνια…). Ρωτάς: Μια κατάληψη εστίας –η Δ νομίζω– παλιά ιστορία: εκκενώνεται (από την αστυνομία), ανακαταλαμβάνεται (από τους «καταληψίες») κι άντε φτου κι απ’ την αρχή.
Εκκενώθηκε λοιπόν το Σάββατο. Ανακαταλήφθηκε (ή έγινε απόπειρα ανακατάληψης) αργά το βράδυ του Σαββάτου και μία με τρεις ξημερώματα Κυριακής, όπως μου είπαν τα παιδιά στο θυρωρείο με ερεθισμένα ακόμα τα μάτια, εμφανίστηκαν «εβδομήντα με ογδόντα» νεαροί (η αστυνομία, όπως είδα, τους υπολόγισε σε εκατό). Είπαν στους θυρωρούς «Ή ασφαλιστείτε ή απομακρυνθείτε, γιατί θα γίνει ντουμάνι…» ή κάτι τέτοιο. «Και έγινε, Πέτρο μου, η Ούλοφ Πάλμε… Γάζα!» είπε ο πιο γνωστός μου από τους γνωστούς…
