Σε μια άλλη εποχή, με λιγότερο οπαδικό χρώμα, τα αποτελέσματα της μηνιαίας έρευνας του CIES Football Observatory (διεθνές παρατηρητήριο του ποδοσφαίρου) για τον Νοέμβριο θα ήταν πρώτο θέμα.
Το ελληνικό πρωτάθλημα είναι το δεύτερο σε αριθμό ξένων παικτών (64,3% από το σύνολο των ποδοσφαιριστών που συμμετέχουν στη Super League 1) ανάμεσα στις 48 λίγκες που εξετάστηκαν παγκοσμίως, με πρώτο το κυπριακό (70,8%), ενώ είναι και τέταρτο στον μέσο όρο ηλικίας των παικτών του (27,82 έτη). Ελληνικοί σύλλογοι φιγουράρουν στις πρώτες θέσεις σε αυτές τις κατηγορίες, παγκοσμίως, κι αυτό μόνο τιμή δεν περιποιεί. Ωστόσο, αυτή η συζήτηση δεν είναι από εκείνες που μπορείς να «ανοίξεις» στα ελληνικά μίντια, αφού οι οπαδοί των ομάδων που θίγονται την αντιμετωπίζουν με καχυποψία και χλευαστικά σχόλια.
Το πραγματικά αξιοσημείωτο είναι ότι αν κανείς συζητήσει σοβαρά για την πορεία των συλλόγων της χώρας μας, θα διαπιστώσει ότι, εν τέλει, ίσως το καλύτερο κομμάτι τους είναι οι Ελληνες που αγωνίζονται σε αυτούς. Ο Ιωαννίδης ηγήθηκε της καλοκαιρινής πρόκρισης του Παναθηναϊκού στο Europa League, o Φορτούνης βγάζει διαρκώς τα κάστανα από τη φωτιά στον Ολυμπιακό, ο Μάνταλος είναι το κλειδί σε αρκετά ματς της ΑΕΚ, ενώ στον ΠΑΟΚ δύο νεαρά παιδιά, ο Κωνσταντέλιας και ο Κουλιεράκης, είναι ανάμεσα στα πρώτα βιολιά.
Η λογική λέει ότι θα πρέπει να αποτελούν το παράδειγμα για να σπρώξουν τις ομάδες στο να δώσουν χώρο και σε άλλους ταλαντούχους Ελληνες. Επειδή, όμως, η χώρα μας δεν διακρίνεται για τη λογική σκέψη της, στη Λαμία (χωρίς καμία διάθεση να μειώσουμε την αξιόλογη δουλειά του Λεωνίδα Βόκολου και των παικτών του) μπορούν να καυχιούνται που η υφήλιος αναγνωρίζει την ομάδα τους ως τη δεύτερη πιο γηρασμένη πρώτης κατηγορίας παγκοσμίως.
Αλλά είπαμε… «Τι σε κόφτει εσένα για την ομάδα μου;».
