ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θεόδωρος Γεωργίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το τελευταίο διάστημα, μετά την εκλογή του νέου προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και το επικείμενο συνέδριο του κόμματος (τον Νοέμβριο, σύμφωνα με την ομόφωνη απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής), οι συζητήσεις με θέμα τον μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. χαρακτηρίζονται ολοένα και περισσότερο από ιδεολογικο-πολιτικούς προβληματισμούς. Κατά την προεκλογική φάση της εσωκομματικής αναμέτρησης επικράτησαν δύο στοιχεία, τα οποία θόλωσαν τον πολιτικό προβληματισμό. Το ένα ήταν η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και το άλλο η προσωποκεντρική (τύπου life-style) παρουσία του Στέφανου Κασσελάκη. Οσον αφορά το πρώτο, θα πρέπει να τονιστεί ότι η επικοινωνιακή μέθοδος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, σύμφωνα με την πολιτική επιστήμη και θεωρία, δεν εντάσσεται στην πολιτική δημόσια σφαίρα. Οπότε, η χρήση της καθίσταται τουλάχιστον προβληματική. Αλλά αυτό είναι ένα ζήτημα όχι μόνο θεωρητικό, αλλά και πολιτικο-πρακτικό, το οποίο θα εξετάσουμε σε μια άλλη ευκαιρία. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι να τονιστεί ότι ανάμεσα στις δύο φάσεις, δηλαδή την προεκλογική και τη μετεκλογική, παρατηρείται μια μετατόπιση του ενδιαφέροντος προς την πολιτική. Και ο νέος πρόεδρος καλείται να προσαρμοστεί στη νέα αυτή πολιτική πραγματικότητα. Το εάν θα τα καταφέρει, είναι ένα στοίχημα που καλείται το ίδιο το κόμμα να κερδίσει. Σε διαφορετική περίπτωση, το στοίχημα θα μεταφραστεί σε αίνιγμα και ο μετασχηματισμός θα βρεθεί μπροστά σε αδιέξοδους δρόμους.

Στο πλαίσιο της ορθολογικής συζήτησης στην πολιτική σφαίρα συμμετέχει και ο Αντώνης Λιάκος με το άρθρο του που έχει τον τίτλο: «Ποια ιστορία θα μας πει;» (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το ΒΗΜΑ», Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2023). Με την παρέμβασή του αυτή ο Λιάκος «παίρνει θέση» για όλα όσα συμβαίνουν αυτή την περίοδο στον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. Προτού αναπτύξω τη μετακριτική μου στις θέσεις του Λιάκου, θα ήθελα να γνωρίζουν οι αναγνώστες ότι εγώ και ο Λιάκος ακολουθήσαμε μία κοινή πορεία ιδεολογικο-πολιτικού προβληματισμού όταν και οι δυο μας συμμετείχαμε στην περιώνυμη διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. μέσω της ομάδας πολιτικού προβληματισμού ΓΕΦΥΡΑ. Τότε ήταν που μας έδεσε και μας έφερε πιο κοντά τον έναν προς τον άλλον η αγωνία μας για την ιστορική τύχη της Αριστεράς ως ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. Στο πλαίσιο εκείνου του forum είχαμε καταλήξει και οι δυο μας (όπως και τα άλλα μέλη) ότι ο «μετασχηματισμός» του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. όχι μόνον επιβάλλεται ως πολιτική ανάγκη, για να απαλλαγεί η Αριστερά από παλαιολιθικά σύνδρομα του παρελθόντος, αλλά προπάντων η ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. να έχει ως «πολιτικό κανόνα» την αναμέτρησή του με τα προβλήματα της ίδιας της κοινωνίας. Ελεγα τότε και το επαναλαμβάνω και σήμερα (σ’ αυτές τις δύσκολες συνθήκες) ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. ως Αριστερά θα πρέπει να εγκαταλείψει τον υποκειμενοκεντρικό – ταυτοτικό αυτοπροσδιορισμό του και να ανοιχτεί στην κοινωνία. Και αντί να γίνει το «άνοιγμα προς την κοινωνία» με πρωταγωνιστή τον Κασσελάκη, έγινε το άνοιγμα προς την προβληματική και αμφιλεγόμενη μέθοδο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Και έγινε κάτι ακόμη χειρότερο από πολιτικής απόψεως: αντί το κόμμα της Αριστεράς να απαλλαγεί από το ταυτοτικό σύνδρομό του, βυθίστηκε στον βούρκο της προσωπολατρίας τύπου life-style. Αυτή είναι η «κατάντια» της Αριστεράς, για την οποία μιλάνε όλοι οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. στις εθνικές εκλογές από το ένα άκρο ώς το άλλο άκρο της ελληνικής επικράτειας.

Αλλά ας επανέλθω στον ορθολογικό ιδεολογικο-πολιτικό διάλογο με τον φίλο και σύντροφό μου Αντώνη Λιάκο. Επιδιώκω να αποσαφηνιστεί πού συμφωνώ και πού διαφωνώ με τον Λιάκο στο μείζον πολιτικό ζήτημα του μετασχηματισμού του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. Συμφωνώ, λοιπόν, μαζί του όταν υποστηρίζει ότι ο μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. στις σύγχρονες συνθήκες της παγκοσμιοποιημένης διεθνούς κοινωνίας μπορεί να συντελεστεί μόνον ως «υπέρβαση». Ο όρος αυτός είναι το ιδεολογικο-πολιτικό κλειδί για να καταλάβουμε τι εννοεί ο Λιάκος και γιατί αποδέχομαι την υπέρβαση ως την πολιτική εκείνη συνθήκη που θα λειτουργήσει όχι μόνον η ελληνική Αριστερά να επαναπροσδιοριστεί, αλλά και για να παίξει δημιουργικό ρόλο στην τεχνοκρατική Ευρώπη, η οποία οδηγείται στην αγκαλιά της Ακροδεξιάς.

Ο Λιάκος αναφέρει δύο χειροπιαστά πολιτικά παραδείγματα από την πρόσφατη πολιτική ιστορία της Ελλάδας, για να αποσαφηνιστεί το νόημα του όρου «υπέρβαση». Αναφέρει το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981 και τον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα το 2015. Γράφει επί λέξει: «Οι έλληνες ριζοσπάστες και τις δύο φορές που σχημάτισαν κυβέρνηση γνώρισαν τα σκληρά όρια που δεν μπορούσαν να υπερβούν».

Στη δική μου θεωρητικο-πολιτική «μετάφραση» ο όρος «υπέρβαση» στην επιχειρηματολογία του Λιάκου σημαίνει: η Αριστερά να υπερβεί το δόγμα ΤΙΝΑ (δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στα δεινά του καπιταλισμού) και να εκπονήσει το δικό της σχέδιο και πρόγραμμα. Τελικά για τις διαφωνίες μου με τον Αντώνη Λιάκο θα χρειαστεί να επανέλθω. Τονίζω μόνον το εξής: η «τεχνοκρατική μέθοδος: Κασσελάκη» για να κάνει την υπέρβασή της η ελληνική πολιτική Αριστερά θα αποτύχει. Το υλικό είναι στρεβλό!

* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης