ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης ακολούθησε με το «The Humans» μια μεγάλη παράδοση στο «Μουσούρη», η οποία αφορά την παρουσίαση ενός νέου όσο και τυπικού εκπροσώπου του μεταπολεμικού αμερικανικού θεάτρου. Τυπικά Αμερικανός ο Στίβεν Κάραμ, με καταγωγή βέβαια από τον Λίβανο που του δίνει ταυτότητα στο χωνευτήρι της αμερικανικής κοινωνίας, τυπικά γαλουχημένος στο κολεγιακό θέατρο της χώρας του, τυπικά πρωτοεμφανιζόμενος στα περιφερειακά θέατρα της Αμερικής και τυπικά βραβευμένος εκεί, τελικά, τυπικά κατακτώντας τη μεγάλη σκηνή του Μπρόντγουεϊ πριν εκτοξευτεί στην κορυφή του κόσμου. Τα έργα του είναι και αυτά ανατρεπτικά με τον τυπικά αμερικανικό τρόπο: ζητούν να κατακτήσουν για λογαριασμό του συγγραφέα τους το αμερικανικό όνειρο της γρήγορης και πλατιάς διασημότητας, καταγγέλλοντας ωστόσο το ίδιο αυτό όνειρο, παρουσιάζοντας τη διάψευση των προσδοκιών του και τη στασιμότητα της μικρομεσαίας τάξης, στρέφοντας τον φακό τους στα πλάσματα που απομένουν εκτός της φωταύγειάς του. Είναι ειρωνικό αλλά το αμερικανικό θέατρο έγινε μεγάλο παραδίνοντας στο παγκόσμιο θέατρο μερικά από τα πιο «ασήμαντα» πλάσματα και τις πιο τρυφερές, ευάλωτες και ξεχασμένες ψυχές, όταν ο αμερικανικός κινηματογράφος στρεφόταν για λογαριασμό του στα μεγάλα και επικά. Για αυτούς τους περιττούς και λησμονημένους στα στενά, μισοφωτισμένα, φορτωμένα υποθήκες σπίτια τους γράφει ο Κάραμ. Και αυτών τη μετεγκατάσταση τώρα στο «Μουσούρη» αναλαμβάνει ο Μαρκουλάκης.

Η απορία βέβαια είναι γιατί δεν μεταφράστηκε ο τίτλος του έργου από τον μεταφραστή και σκηνοθέτη της παράστασης. Φαντάζομαι, γιατί με την εμπειρία που έχει πια ο ίδιος γνωρίζει καλά πως ο πρωτότυπος τίτλος μεταδίδει εκτός από την ουσία και την ιθαγένεια του έργου. Ναι, είναι έργο αμερικανικό το «The Humans», όμως στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο μας δεν χρειάζεται να μεταφέρουμε τον Ιρλανδό της Αμερικής στα καθ’ ημάς για να τον κατανοήσουμε: Ετσι, άμεσος και αυθεντικός, ανήκει πια στον καθένα.

Μια πολύ γνώριμή μας λοιπόν μεσοαστική οικογένεια Αμερικανο-ιρλανδών, οι Μπλέικ, συναντιούνται τη Μέρα των Ευχαριστιών σε κάποιο προπολεμικό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης, όπου έχει μόλις μετακομίσει η μία κόρη της οικογένειας με τον σύντροφό της. Υπάρχει στην αρχή ζεστασιά στην ατμόσφαιρα μαζί με λίγο βεβιασμένο κέφι, σταδιακά όμως με την αναθέρμανση της μεταξύ τους οικειότητας και με μερικά ποτηράκια παραπάνω θα αποκαλυφθούν όλα όσα τους βαραίνουν. Η γιαγιά, η Μόμο, θεμέλιος λίθος της οικογένειας, πάσχει από σοβαρή άνοια και τα παιδιά και εγγόνια της την περιβάλλουν υπομένοντας στωικά τις κρίσεις της, επιδεικνύοντας θαυμαστή μάλιστα στοργή. Ο πατέρας Ερικ εκτελεί χρέη υπαλλήλου σε ένα ιδιωτικό σχολείο, ενώ η μητέρα, η Ντίντρι, παραμένει χαμηλόβαθμη υπάλληλος για πάνω από τριάντα χρόνια στο ίδιο γραφείο. Και οι δυο με βαθιά πίστη στον Θεό και όλη τη διαφαινόμενη κόπωση μιας ζωής που τους στέρησε κάθε πολυτέλεια, ακόμα και τη δυνατότητα να συνδράμουν τα παιδιά τους ή να αναθέσουν σε κάποιον τη φροντίδα της άρρωστης μάνας τους. Ευλογήθηκαν ωστόσο από ένα θαύμα: Οταν η μεγάλη κόρη τους, η Εϊμι, κινδύνευσε να γίνει ένα από τα θύματα της 11ης Σεπτεμβρίου και σώθηκε κατά τύχη ή μέσω -όπως πιστεύουν οι ίδιοι- θεϊκής παρέμβασης.

Κι όμως η Εϊμι κινδυνεύει και πάλι, αυτή τη φορά από την ασθένειά της, την ελκώδη κολίτιδα. Κι εκτός αυτού έχει μείνει μόνη και έχει χάσει τη θέση της στην εταιρεία που εργαζόταν. Η μικρότερη κόρη της οικογένειας πάλι, η Μπρίτζετ, είναι μουσικός, έχει όμως καταλήξει να δουλεύει κι αυτή διπλοβάρδια σαν σερβιτόρα για να αποπληρώσει τα παλιά φοιτητικά της δάνεια. Σε κάπως καλύτερη κατάσταση μοιάζει να βρίσκεται ο σύντροφός της, Ρίτσαρντ, ο οποίος περιμένει σε λίγο διάστημα κάποια σοβαρή κληρονομιά που θα τον ξελασπώσει. Είναι ευγενικός και ήρεμος με όλους και μοιάζει να αγαπά την Μπρίτζετ. Ομως υπάρχει κάτι στη συμπεριφορά του, κάτι πάνω του, που μας κάνει να αμφιβάλλουμε ότι θα μείνει για πολύ δεμένος με την οικογένεια…

Αυτά τα πολλά λοιπόν και λίγα για τους Μπλέικ. Υπάρχουν πράγματα στο στενό διαμέρισμα που αποσιωπώνται και άλλα που καλύπτονται με προφάσεις. Κι υπάρχουν και εκείνα που θα παραμένουν μέχρι τέλους ανείπωτα. Αυτό που εμείς μαθαίνουμε είναι η εργασιακή κατάσταση του πατέρα και της μητέρας (στάσιμοι σε μια δουλειά χωρίς προοπτικές), η δεινή θέση της μιας κόρης, οι στενοχώριες της άλλης. Ακόμα και η ανοιακή γιαγιά εμφανίζει στο παραλήρημά της έναν καταπιεσμένο στη ζωή της εαυτό. Κι όμως αυτά δεν είναι παρά μόνο η επιφάνεια, κάτω από την οποία νιώθουμε συναισθήματα να ρέουν προς όλες τις κατευθύνσεις.

Βρίσκονται όλα εκεί και συμπιέζονται στο στενό διαμέρισμα των δύο ορόφων, σε ένα ανήλιαγο ισόγειο και ένα εντελώς σκοτεινό υπόγειο. Η κωμωδία και η μελαγχολία μαζί, η αγάπη και η προδοσία, η παράδοση μιας γενιάς και η ανάγκη της για φυγή προς τα εμπρός. Από τη μια η «ανήλιαγη», σκληρή πραγματικότητα. Και από την άλλη η ποίηση του σκοτεινού «υπόγειου». Γιατί, όπως προχωράει το έργο, η πραγματικότητα στο διαμέρισμα διαχέεται ολοένα και περισσότερο στο ψυχικό τοπίο των προσώπων – εξπρεσιονισμός και ποιητικό δράμα και πάλι, πολύ «τυπικά» αμερικανικά…

Η αλήθεια είναι πως δεν μπορώ να φανταστώ ηθοποιό που να μη ζηλέψει τον κόσμο του Κάραμ. Χωρίς τίποτα το μεγάλο και σπουδαίο, τίποτα το μεγαλόστομο ή ηχηρό, στο ανάμεσα της μιας ανάσας και της επόμενής της, στη χαραμάδα της μιας φωνής και της άλλης, το έργο του ανοίγει χώρο για να αναπτυχθεί από τους ηθοποιούς η υποκριτική της μικροκλίμακας και του μικροσκοπίου, της ερμηνείας που φανερώνει τα ανεπαίσθητα του ανθρώπινου. Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο που ο Αμερικανός συγγραφέας και ο Ελληνας σκηνοθέτης συναντήθηκαν με κάποιο τρόπο με το έργο του πρωτοπόρου της ανθρώπινης διαφάνειας. Διόλου τυχαία τον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ συνάντησαν κάποια στιγμή τόσο ο Κάραμ όσο και ο Μαρκουλάκης.

Η απόδοση του σκηνοθέτη στο «Μουσούρη» μοιάζει να ακολουθεί την αντίστοιχη του Μπρόντγουεϊ (ειδικά στο σκηνικό της Αθανασίας Σμαραγδή). Το κωμικό στοιχείο είναι κι εδώ άφθονο, αν και είναι ζήτημα το πόσο εύκολα αυτό κατεβαίνει στο ελληνικό κοινό. Το κοινό εδώ δεν δείχνει την ίδια ευελιξία με το αμερικανικό στην εναλλαγή του κωμικού με το δραματικό. Ωστόσο ο ρυθμός της παράστασης, η ρεαλιστική διδασκαλία, η έρευνα και ο εντοπισμός κάθε στόχου και χαρακτήρα συνθέτουν τελικά μια αξιοπρόσεκτη σκηνοθεσία.

Κι αν πράγματι το «Μουσούρη» γνωρίσει για ακόμη μια φορά το αδιαχώρητο της πλατείας του, αυτό θα οφείλεται στον τρόπο που οι ηθοποιοί του πλέκουν μια ολόκληρη πατρίδα για τους ρόλους τους, μια προσωπική ιστορία ελπίδων και διαψεύσεων. Την αξιοπρεπή μητέρα-στύλο της ιρλανδικής οικογένειας αποδίδει η Θέμις Μπαζάκα. Τον διαρκώς ανήσυχο και κάπως άτσαλο στις σχέσεις του πατέρα, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος (εμφανώς επηρεασμένος και από τον προηγούμενο ρόλο του στο έργο του Ζελέρ). Τη μικρή αδελφή στα αδιέξοδά της η Μαρία Πετεβή και τη μεγάλη, δυναμική και όμως τόσο εύθραυστη, η Ειρήνη Μακρή. Τον καλόγνωμο μα και κάπως αμέτοχο σύντροφο ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης. Και, τέλος, τη χαμένη στον κόσμο της γιαγιά η Ξένια Καλογεροπούλου. Απίθανη διανομή που έχει καταλάβει τι έργο ανεβάζει, έχει διδαχτεί τη θέση και τους στόχους της. Και που τώρα μοιάζει να γιορτάζει τη δουλειά της. Υπάρχουν στιγμές -όπως στην αποκάλυψη του μυστικού του Ερικ- που νομίζεις πως είναι βγαλμένες από σεμινάριο.

Τι άλλο μένει για εμάς στο τέλος πέρα από τις ερμηνείες; Ας κρίνει ο καθένας πώς θα δει τον Ανθρωπο του Κάραμ, τον πάντα μαλακό και διψασμένο σαν το χόρτο. Και ας διαισθανθεί μαζί του πως ό,τι τον κάνει δυνατό βρίσκεται μέσα του. Είναι η ποίηση των χαμένων ονείρων που ποτέ δεν λείπει. Κι είναι η αγάπη που ποτέ δεν ξεπέφτει.