Μήνες πολλούς -ή μήπως ήταν χρόνια πια- σκεφτόταν πόσο ανάγκη είχε ένα μεγάλο ταξίδι. Να γεμίσει μια πραγματικά μεγάλη βαλίτσα με όλα τα χρειαζούμενα και να φύγει, ακόμη και για δύο μήνες. Και να πάει να μείνει σε έναν άλλο τόπο, σε έναν από αυτούς που ονειρευόταν πάντα να δει, με τα παράξενα ονόματα ή τις σπουδαίες ιστορίες, σαν αυτά που περιγράφονται στα τραγούδια ή στα ποιήματα.
Τελευταία αυτό που σαν προσευχή έλεγε και ξαναέλεγε μέσα της ήταν τέσσερις αραβικές λέξεις: al-wādi al-kabīr. Το μεγάλο ποτάμι στην κοιλάδα, αλλιώς Γουαδαλκιβίρ στα ισπανικά, κάποτε Baetis στα λατινικά ή Βαΐτης στα αρχαία ελληνικά.
Αφορμή για αυτήν τη νοσταλγία ένα τραγούδι, ένα βροχερό βράδυ του Οκτώβρη στο ραδιόφωνο, μέσα στο αυτοκίνητο, μέσα στην ακίνητη κίνηση του δρόμου. Τραγούδι για εκείνη καινούργιο –το άκουγε πρώτη φορά κι ας είχε μελοποιηθεί το 1969. Η μουσική είχε κάτι από τη δροσιά του νερού που κυλάει ανάμεσα στους οπωρώνες ένα ανοιξιάτικο βράδυ και ο τόπος μοσχοβολάει γόνιμο χώμα, λουλούδια πορτοκαλιάς και λεμονιάς, ενώ τα λιόδεντρα δένουν νέους καρπούς και η ζωή σκορπά ήρεμη αποφασιστικότητα.
«Ο ποταμός Γουαδαλκιβίρ/ πορτοκαλιές και λιόδεντρα διασχίζει»*.
Το σήμερα, το αύριο και το χθες είναι εδώ, είναι αυτό, υπάρχουν λόγοι για να ζεις. Κλείσε τα μάτια και μύρισε, άνοιξε τα αυτιά και άκου το ποτάμι που περνάει και φεύγει αέναα στον χρόνο. Γεύσου τη ζωή μέσα σε ένα γλυκό πορτοκάλι. Ξύπνα το σώμα και τον νου σου ξύνοντας με τα νύχια ένα φρέσκο λεμόνι.
«Γουαδαλκιβίρ, πύργος ψηλός/ κι άνεμος στις πορτοκαλιές»*.
Στάσου στα πόδια και ζήσε αυτήν τη μέρα και αυτήν τη νύχτα –και την επόμενη και τη μεθεπόμενη. Μπες στα πλοία που φέρνουν εμπορεύματα από το Κάδιθ έως τη Σεβίλη και από την Ανδαλουσία στον υπόλοιπο κόσμο.
«Φέρε πορτοκαλάνθι, ελιά/ Ανδαλουσία, στις θάλασσές σου»*.
Επισκέψου τα οχυρά και τα ναυπηγεία, δούλεψε, κέρδισε τη ζωή. Και θα μάθεις ότι όλα φεύγουν και δεν έρχονται ξανά, και αν γυρίσουν δεν θα είναι αυτά.
«Για τις βαρκούλες με πανιά/ έχει η Σεβίλλια δρόμο,/ μα στης Γρανάδας το νερό/ λάμνουν μονάχα οι στεναγμοί»*.
Και στο τέλος να αφήσεις έναν αναστεναγμό: «Αϊ αγάπη, που ’φυγε/ και δεν έρχεται»*.
Ετσι, με μια νοσταλγία που δεν έχει παρελθόν –πηγάζει από μια φαντασία που έχει ποτιστεί και ταϊστεί με λίπασμα ποιήματα και μουσικές και βιβλία. Μόνο προσβλέπει στο μέλλον, στο όνειρο του ταξιδιού και της λαχτάρας να ζήσεις, έστω λίγο, στον τόπο που γέννησε τον ποιητή εκείνον που έδωσε όνομα, χρώμα και περιγραφή στην ομορφιά.
Αναρωτιόταν πώς θα ήταν να ακούσει τον ίδιο τον ποιητή που αγαπούσε τα λαϊκά παραδοσιακά τραγούδια να απαγγέλλει ρυθμικά, σχεδόν μελωδικά τα ποιήματά του. Αν θα έμοιαζε ο τρόπος του με την τρυφερότητα αυτού του τραγουδιού και αν μέσα από τις ανάσες και τις διακοπές και τις σιωπές του θα περνούσε η αύρα της γης της Ανδαλουσίας. Του τόπου όπου έζησαν χριστιανοί, μουσουλμάνοι και Εβραίοι, άλλοτε αρμονικά και άλλοτε σε σύγκρουση. Μιας γης που δεν αφήνει κανέναν να ξεχάσει την ιστορία της και αποδεικνύει ότι ο πολιτισμός είναι διαρκής ζύμωση ανάμεσα σε λαούς και γλώσσες και θρησκείες.
«Για τις βαρκούλες με πανιά/ έχει η Σεβίλλια δρόμο,/ μα στης Γρανάδας το νερό/ λάμνουν μονάχα οι στεναγμοί»* ακούστηκε ξανά ο λόγος του Ανδαλουσιανού ποιητή.
Εξω από το αυτοκίνητο έβρεχε, είχε ψύχρα, ο δύσκολος χειμώνας φαινόταν ότι έρχεται, κι εκείνη εντελώς απρονόητα αφηνόταν να κολυμπά σε δυσπρόσιτα νερά, αρωματισμένα από ανθούς πορτοκαλιάς και ποταμίσιες αύρες. Ασυνείδητα το προτιμούσε αυτό –ο κόσμος γύρω της φλεγόταν και για λίγες στιγμές ήθελε να το ξεχάσει.
*Σπαράγματα από το ποίημα «Μικρή μπαλάντα των τριών ποταμών» (Baladilla de los tres ríos – 1931) του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Μελοποιήθηκε από τον Γιάννη Γλέζο και τραγουδήθηκε από τον Γιάννη Πουλόπουλο στον δίσκο «12 τραγούδια του F.G. Lorca» (1969)
