Φαντάζουν βγαλμένες απ’ το απώτατο αμετάκλητο παρελθόν οι ταξιδιωτικές περιπέτειες του θρυλικού Θησέα, μολαταύτα η ελληνική μυθολογία έχει τη δύναμη να μεταφέρει ολοζώντανα στο παρόν τα σημαινόμενά της, καθιστώντας αενάως επίκαιρους τους τραγικούς της συμβολισμούς. Στη διαδρομή του από την Πελοπόννησο στο κλεινόν άστυ ο Αθηναίος ήρωας αναμετρήθηκε με τους διαβόητους αιμοβόρους ληστές, οίτινες καταδυνάστευαν τον τόπο λεηλατώντας και φονεύοντας τους παράτολμους πλην ατυχέστατους πεζοπόρους.
Οταν διέσχισε κοτζάμ ταραγμένο πέλαγος, αντιθέτως, επιστρέφοντας τροπαιοφόρος από την Κρήτη, δεν αντιμετώπισε παρόμοιους κινδύνους. Ενθυμούμενος με ακατάπαυστο νταλκά τις ανεπανάληπτες στιγμές τους με την Αριάδνη μονάχα, την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, τον εξανάγκασε να εγκαταλείψει σύξυλη στη Νάξο ο Διόνυσος, γοητευμένος κι αυτός από τα εξωτικά της θέλγητρα, ξέχασε να υψώσει λευκό πανί φθάνοντας στον Σαρωνικό κι ο βασιλιάς πατέρας του, θαρρώντας ότι ο υιός και διάδοχος έγινε μεζεδάκι για τη ρακή του Μινώταυρου, έπεσε απελπισμένος στο νερό. Εις ανάμνησιν του ασφυκτικού του θανάτου πήρε το όνομά της ολόκληρη η θάλασσα, παρότι άλλα καταμαρτυρούν οι ρουφιάνες οι λέξεις, που συνηθίζουν να περιέχουν στο έτυμόν τους έτοιμες τις απαντήσεις περί το νόημά τους.
Νομίζω παρεμπιπτόντως πως το Αιγαίον Πέλαγος ονομάστηκε τοιουτοτρόπως από τις κατσίκες, άλλως γκιόσες, τουτέστιν από τις αίγες καθότι ως γνωστόν προοδεύοντας, τρομάρα του, ο τροφοσυλλέκτης πρώτος άνθρωπος μετεβλήθη αρχικά σε κυνηγό και κατόπιν σε γεωργό και κτηνοτρόφο. Περιφέροντας στις παρυφές των ορέων τα ζωντανά τους προς άγραν πρασινάδας οι αδαείς περί τα πελάγη βοσκοί, ατένιζαν τα αφρισμένα κύματα παρομοιάζοντάς τα –με τι άλλο;– με χιλιάρμενα κοπάδια την ιδιοκτησία των οποίων απέδιδαν στον ανυποψίαστο Ποσειδώνα, μετατρέποντάς τον από υπέρτατο Θεό και αφέντη απάντων των υδάτων σε άξεστο αρχιτσέλιγκα. Εξ ου και οι ονομασίες Αιγαίο, Αίγινα, Αίγιο, Αιγές, Αιγίρα, Αιγιάλη, Αιγός Ποταμοί (Δαρδανέλια) κοκ. Πρόκειται όμως για πονεμένη και, κυρίως, εκτός θέματος ιστορία, οπότε επανέρχομαι άναυλα στα οδικά και θαλάσσια ταξίδια της μυθολογίας μας.
Ο Θησέας εξόντωσε, όπως ήταν αναμενόμενο, τους Περιφήτη, Σκίρωνα, Κερκύονα, Σίνη και Προκρούστη εγκαθιστώντας στους τόπους δράσης τους κοστοβόρα διόδια που διασώζονται μέχρι σήμερα. Απεναντίας, στη θάλασσα πλήρωνες ανέκαθεν ασήμαντα ποσά σε λιμενικά τέλη. Κάτι που ουδόλως ευχαριστούσε τους δαιμόνιους και δαιμονιακούς Ελληνες ακτοπλόους, οι οποίοι, εν μέσω σκληρής καραντίνας και προφασιζόμενοι τις όποιες αυξήσεις στα ναυτιλιακά καύσιμα, εκτόξευσαν τις τιμές των εισιτηρίων σε δυσθεώρητα ύψη, καθιστώντας απαγορευτικό στη μέση οικογένεια το ταξίδι στα νησιά μας.
Στεφανωμένος με τις δάφνες της άνετης νίκης του στις πρόσφατες κάλπες, ο Κυριάκος –του οποίου το επώνυμο συνηθίζω να παραλείπω, ένεκα αμετάπειστα προληπτικός– κάλεσε τους εφοπ-ληστές να τους νουθετήσει να ρίξουν κομμάτι τις τιμές φέτος που τα καύσιμα πήραν τον κατήφορο. Εκείνοι τον έγραψαν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους και πρόσφεραν στους επιβάτες μηδαμινές τάχα εκπτώσεις-ψίχουλα. Με αχαλίνωτο θράσος, μαθημένοι να εκτελούν οι κυβερνώντες με εδαφιαίους τεμενάδες κάθε καπρίτσιο τους, ακολούθησαν ταυτοχρόνως σκληρή πολιτική στους καταπέλτες για να μην προσεγγίζουν τα πλοία οι μη έχοντες εισιτήριο. Βασιλικότεροι του βασιλέως ένας ύπαρχος κι ένας λοστρόμος εφάρμοσαν κατά γράμμα τις άνωθεν εγκληματικές εντολές. Ο Περιφήτης, ο Σκίρωνας, ο Σίνης και ο Προκρούστης κοιτούν απορημένοι και ο Θησέας δεν υπάρχει στις μέρες μας.
