Χαλαρά, χαλαρότερα του δέοντος, δείχνουν επί του παρόντος να έχουν προσλάβει οι ισχυρές κυβερνήσεις των αναπτυγμένων οικονομιών της Δύσης τους κινδύνους που ενέχει για την παγκόσμια οικονομία η σύγκρουση Χαμάς και Ισραήλ.
Οι υπουργοί Οικονομικών, οι κεντρικοί τραπεζίτες και οι υπόλοιποι διαμορφωτές οικονομικής πολιτικής απ’ όλο τον κόσμο που συμμετείχαν την προηγούμενη εβδομάδα στη φθινοπωρινή σύνοδο των ΔΝΤ – Παγκόσμιας Τράπεζας στο Μαρακές του Μαρόκου ήταν αναμφίβολα προβληματισμένοι για τα τα όσα τραγικά συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή.
Η γενική γραμμή των δηλώσεών τους κατά τη διάρκεια της συνάντησης ήταν ωστόσο πως είναι πρόωρο να εκτιμηθεί ο πραγματικός κίνδυνος της σύγκρουσης για την οικονομία. Η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, στην αρχική της ομιλία παρέλειψε να αναφερθεί στη σύγκρουση. Αργότερα, καθώς αυξάνονταν τα αντίποινα του Ισραήλ, έκανε κάποιες αναφορές, περιγράφοντάς την αρχικά ως ανθρώπινη τραγωδία και μια «αόριστη πηγή οικονομικής αβεβαιότητας».
Στις εξαμηνιαίες εκθέσεις του το Ταμείο συνέχισε να προβλέπει ομαλή προσγείωση της παγκόσμιας οικονομίας -με ρυθμούς ανάπτυξης 3% φέτος και 2,9% το 2024- παρά τη μεγαλύτερη αύξηση των επιτοκίων εδώ και δεκαετίες. Προέτρεψε δε τους κεντρικούς τραπεζίτες να διατηρήσουν τα επιτόκια υψηλά έως ότου φέρουν τον πληθωρισμό στον επιθυμητό στόχο και τις κυβερνήσεις να ξεκινήσουν δημοσιονομική προσαρμογή για να μαζέψουν ελλείμματα και χρέη, υποβαθμίζοντας από την άλλη πλευρά τις επιπτώσεις που έχουν αυτές οι πολιτικές στην ανάπτυξη.
Η θέση αυτή θεωρήθηκε από αρκετούς παρατηρητές της συνόδου υπερβολικά αισιόδοξη και εφησυχαστική. «Δεν υπήρξε καμία αίσθηση του επείγοντος» υπογράμμισαν χαρακτηριστικά κάποιοι, προσθέτοντας ότι η μπάρα των συναντήσεων της συνόδου είχε εξ αρχής μπει χαμηλά.
Η στάση αυτή προκαλεί ερωτήματα. Η σημερινή σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έρχεται περίπου μισό αιώνα από την έναρξη του πολέμου του Γιομ Κιπούρ, ο οποίος σηματοδότησε το τέλος της μακράς μεταπολεμικής οικονομικής έκρηξης και εγκαινίασε μια περίοδο υψηλότερου πληθωρισμό και ανόδου της ανεργίας. Παρότι δεν εμπλέκονται μέχρις στιγμής πετρελαιοπαραγωγικές χώρες, η σύρραξη αυτή μπορεί να οδηγήσει σε νέα άνοδο των τιμών ενέργειας (χθες το μπρεντ ξεπέρασε τα 91 δολάρια), να διακόψει την πτωτική τροχιά του πληθωρισμού και να ωθήσει ενδεχομένως τις κεντρικές τράπεζες σε νέες αυξήσεις των επιτοκίων που θα βουλιάξουν οριστικά την ανάπτυξη πυροδοτώντας ξεπούλημα τίτλων στις διεθνείς αγορές.
«Είναι πιθανότατα η πιο επικίνδυνη στιγμή που έχει δει ο κόσμος εδώ και δεκαετίες» προειδοποίησε τις προηγούμενες μέρες επενδυτές και μετόχους της μεγαλύτερης τράπεζας των ΗΠΑ, JP Morgan, o διευθύνων σύμβουλός της Τζέιμι Ντάιμον. Ο γνωστός τραπεζίτης κάλεσε τους επενδυτές να είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν υψηλότερα επιτόκια, επίμονο πληθωρισμό καθώς και τις επιπτώσεις βίαιων συρράξεων. «Ο πόλεμος στην Ουκρανία, που επιδεινώνεται από τις επιθέσεις της περασμένης εβδομάδας στο Ισραήλ, μπορεί να έχει εκτεταμένες επιπτώσεις στις αγορές ενέργειας και τροφίμων, στο παγκόσμιο εμπόριο και στις γεωπολιτικές σχέσεις» τόνισε.
Ακόμη υψηλότερα επιτόκια και διατήρησή τους στα ύψη για καιρό σημαίνει υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης των χρεών και συνεπώς μεγέθυνση της λίστας με τις υπό χρεοκοπία χώρες της υφηλίου. Από τη χοάνη του χρέους όμως δεν κινδυνεύει μόνο ο αναπτυσσόμενος κόσμος. Σύμφωνα με το Institute of International Finance, πάνω από το 80% της ύψους 10 τρισ. δολαρίων αύξησης του παγκόσμιου χρέους (στα 307 τρισ. δολάρια συνολικά) στο α’ εξάμηνο του 2023 προερχόταν από τις αναπτυγμένες οικονομίες.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η διαμάχη των δύο κομμάτων γύρω από το όριο χρέους τις οδήγησε κοντά σε κυβερνητικό λουκέτο τον Σεπτέμβριο, η Ιταλία και η Βρετανία ανησυχούν περισσότερο τους 20 εξέχοντες οικονομολόγους που συμμετείχαν σε πρόσφατη έρευνα του Reuters. Οι παραπάνω δεν υποστηρίζουν ότι μια αναπτυγμένη οικονομία θα δυσκολεύεται σε λίγο καιρό να αποπληρώνει το χρέος της, αλλά ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να υλοποιήσουν αξιόπιστα δημοσιονομικά προγράμματα, να αυξήσουν τους φόρους και να τονώσουν την ανάπτυξη για να διατηρήσουν τα οικονομικά τους διαχειρίσιμα. Οι αυξημένες γεωπολιτικές εντάσεις -υπογραμμίζουν- αυξάνουν το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους σε μια περίοδο αυξανόμενων μελλοντικών δαπανών λόγω του κόστους της κλιματικής αλλαγής, των δαπανών υγείας και κοινωνικής πρόνοιας γηρασκόντων πληθυσμών και του οικονομικού κατακερματισμού.
Ενα εύθραυστο περιβάλλον με υψηλότερα επιτόκια και συρρικνούμενη υποστήριξη από τις κεντρικές τράπεζες αυξάνει τον κίνδυνο επιλογής λάθος πολιτικών, που ενδέχεται να πυροδοτήσουν κραχ στις αγορές -όπως διαφάνηκε από την κρίση του «μίνι προϋπολογισμού» της Βρετανίας το 2022.
