Εδώ και χρόνια ο Βόλος βυθίζεται αργά σε μια πολιτική δυστοπία. Βυθίζεται στον λιπαρό ιστό της παρακμής.
Μια πόλη τόσο ευνοημένη από την γεωγραφία έχει αφεθεί στο έλεος ρύπων και πυρκαγιών και μετατρέπεται σε ένα περιβαλλοντικό ερείπιο. Μια πόλη με μεγάλη παράδοση αγώνων και πολιτισμού έχει παραδοθεί στη φαιά ηγεμονία ενός αυτοδιοικητικού αμοραλισμού.
Αξίζει να θυμηθούμε πως έγινε εφικτή αυτή η ομηρία.
Ο Βόλος δεν βρίσκεται αντιμέτωπος μόνο με ένα φάσμα κακοδιοίκησης, ιδιοτέλειας ή ανικανότητας αλλά με την κατεδάφιση των αξιών και των άγραφων όρων που συγκροτούν την κοινωνία. Αυτό που φαντάζει σαν φαινόμενο «Μπέος» δεν είναι καινοφανές αλλά έρχεται από τις πιο μαύρες στιγμές του παρελθόντος. Είναι ένας συνδυασμός ακατέργαστου λαϊκισμού και ανόθευτου μονολιθικού αυταρχισμού.
Η γεμάτη αντισυστημικά κλισέ ρητορική του Μπέου δεν μπορεί να κρύψει την θέση του στο πιο βαθύ και σκοταδιστικό πυρήνα του κατεστημένου. Τον ανέδειξε και τον στηρίζει ένα βαλτώδες περιβάλλον όπου συγκλίνουν η λούμπεν αλλά και η καθώς πρέπει ακροδεξιά, η νυχτερινή και ποδοσφαιρική παραοικονομία, ο εθνοθρησκευτικός φονταμενταλισμός και η παρασιτική διαπλεκόμενη επιχειρηματικότητα. Ένας ετερόκλητος χώρος με συγκολλητική ουσία την μισανθρωπία και τη λαιμαργία για εύκολο κέρδος.
Μοχλός της ακόρεστης διάθεσης για κυριαρχία του Μπέου υπήρξε ο προσεταιρισμός των media σχεδόν με όρους μονοπωλίου. Αξιοποιώντας δημοτικό χρήμα οικοδόμησε έναν προσωπικό επικοινωνιακό μηχανισμό κι έναν κύκλο πιστών του τοπικών μέσων. Η δύσοσμη αυτή χειραγώγηση της πληροφορίας δεν μεταφράστηκε απλώς σε μια ευνοϊκή αντιμετώπιση αλλά στην απροσχημάτιστα μονόπλευρη στήριξη της δράσης του, των απόψεών του και κυρίως της περσόνας του. Ο ίδιος ο Μπέος έχει εξαρχής πλασαριστεί ως επικοινωνιακό προϊόν. Διοχετεύει προς τα έξω πιο πολύ την κραυγαλέα εκφορά του λόγου του και όχι το τι έχει να πει, προβάλλει το οξύθυμο αντριλίκι του κι όχι κάποια επιτελική ικανότητα. Και σε αυτό το παιχνίδι, η έλλειψη οργανωμένης σκέψης και ευφράδειας μετατρέπεται σε ατού, καθώς το υβρεολόγιο, ο κανιβαλισμός και οι σεξιστικές χοντράδες γράφουν καλύτερα ως επικοινωνιακά πυροτεχνήματα.
Μοιραία, ο Μπέος εισήγαγε και στο Δημοτικό Συμβούλιο του Βόλου τα πεζοδρομιακά ήθη, μετατρέποντας τις συνεδριάσεις σε μια διαρκή παράσταση κυνισμού, μισαλλοδοξίας και χυδαιότητας. Κάθε προσπάθεια των συμβούλων της μειοψηφίας για νηφάλια κριτική και παράθεση επιχειρημάτων δηλητηριάζεται από την ακραία λεκτική βία και τις απειλές του Δημάρχου και της κουστωδίας του. Εκπαιδευμένος στους τοξικούς διαπληκτισμούς των γηπέδων, ο Μπέος αντιλαμβάνεται τον διάλογο μόνο ως επικράτηση του ικανότερου να χλευάζει και να τραμπουκίζει.
Με αυτόν τον τρόπο καθιέρωσε την βαθιά αντιδημοκρατική αντίληψη ότι ο διάλογος και η κριτική, οι συνεννοήσεις και οι συνέργειες είναι για τη διοίκηση της πόλης στοιχεία περιττά και εξοβελιστέα. Κι αυτό δεν αφορά μόνο την δημοτική αντιπολίτευση αλλά και όλους τους κοινωνικούς εταίρους της πόλης. Οι ανοίκειες υβριστικές επιθέσεις του σε προέδρους πολλών επιστημονικών Συλλόγων, σε εκπροσώπους του Πανεπιστημίου και της Υπηρεσίας Νεωτέρων Μνημείων, σε συλλογικότητες και πρωτοβουλίες ενεργών πολιτών, ακόμα και στη Δικαιοσύνη, δεν έχουν προηγούμενο στην αυτοδιοικητική ιστορία της χώρας.
Φαίνεται ότι ο Μπέος είτε δεν εξοικειώθηκε ποτέ στη ζωή του με τους βασικούς κανόνες της δημοκρατίας και του κοινωνικού συμβολαίου, είτε επιλέγει σκόπιμα να τους τσαλαπατά. Στον πολιτικό πρωτογονισμό των αντιλήψεών του, αυτός που διαφοροποιείται, που αμφιβάλλει ή που απλώς θέτει ερωτήματα είναι εχθρός και πρέπει να συντριβεί.
Είναι φανερό ότι όλα αυτά δεν συνιστούν απλώς στοιχεία μιας εριστικής ιδιοσυγκρασίας, ούτε υπάγονται στην αισθητική μιας άξεστης λαϊκότητας. Ο αλαζονικός και πολεμοχαρής τρόπος που πολιτεύεται ο Μπέος λειτουργεί ως προληπτική καταστολή απέναντι σε κάθε αντίλογο. Είναι μέσο χειραγώγησης, εξουσιαστικής επιβολής και συμβολικής εξόντωσης των αντιπάλων. Στο σκηνικό εκφυλισμού και χάους που δημιουργεί μπορεί, ανενόχλητα και χωρίς λογοδοσία, να λαμβάνει τις πιο αυθαίρετες κι επιζήμιες για τον Δήμο αποφάσεις. Και ταυτόχρονα, η καταρράκωση των δημοκρατικών διαδικασιών και η συστηματική περιφρόνηση των θεσμών αλλά και της ίδιας της υπόστασης των πολιτών υπηρετούν την ανομολόγητη πολιτική επιδίωξη μιας παραλυμένης, άβουλης και αιχμάλωτης κοινωνίας.
Οι υποστηρικτές του Δημάρχου θα έλεγαν ότι όλα τα παραπάνω έχουν ελάχιστη σημασία μπροστά στην αποτελεσματικότητα της Δημοτικής Αρχής. Και αυτό αρκετοί το πιστεύουν ειλικρινά γιατί έχει επιδέξια καλλιεργηθεί η απατηλή αίσθηση της εκτεταμένης παραγωγής έργων.
Ίσως το μεγαλύτερο χάρισμα του Μπέου είναι να μεγιστοποιεί επικοινωνιακά την παραμικρή του ενασχόληση. Εκεί που άλλοι Δήμαρχοι απλώς κόβαν την κορδέλα των εγκαινίων κάποιου έργου, αυτός αποσπά πολλαπλάσια προβολή και την ψευδαίσθηση της συνεχούς δραστηριότητας. Θα επισκεφτεί επανειλημμένα κάθε μικρό εργοτάξιο, ή κάθε έκτακτο συμβάν, όχι για να προσφέρει κάτι χρήσιμο αλλά για να προσποιηθεί επιδεικτικά μια σωματική εμπλοκή με το έργο. Για να φλεξάρει έτσι μπροστά στις κάμερες την πυγμή του ανθρώπου που φέρνει αποτελέσματα με κάθε τρόπο.
Έτσι, αν και σε εννέα χρόνια έχει υλοποιήσει μόνο κάποια δρομολογημένα από προηγούμενες διοικήσεις έργα, και διεκπεραιώνει στοιχειωδώς τη λειτουργία και συντήρηση ορισμένων αστικών υποδομών (με ιδιαίτερη αγάπη στις ασφαλτοστρώσεις), λίγοι βλέπουν την πραγματική εικόνα. Γιατί με τη θορυβώδη παρουσία του και με το κατάλληλο επικοινωνιακό σπινάρισμα δημιουργεί την εντύπωση πολλαπλάσιων επιδόσεων.
Σε αυτήν την εντύπωση συμβάλλει δραστικά και ο εμφατικός εξωραϊσμός σε επιλεγμένα κεντρικά σημεία της πόλης. Γνωρίζοντας καλά τον μαγνητισμό της ρεκλάμας, ο Μπέος βρήκε στην αστική διακόσμηση το πιο εύκολο τεχνικά πεδίο για να επιδείξει παραπειστικά την φροντίδα και γαλαντομία του. Κι επίσης για να κάνει συστηματικά στοχευμένες παραγγελίες και αναθέσεις. Με την δικαιολογία της προσέλκυσης τουρισμού, αλλά κυρίως λόγω της άμεσης επικοινωνιακής τους ανταποδοτικότητας, έχει αφιερώσει τεράστιους δημοτικούς πόρους σε καλλωπιστικές μικροπαρεμβάσεις και στον αμετροεπή χριστουγεννιάτικο στολισμό. Αν και αυτός ο διακοσμητικός ζήλος για τη βιτρίνα της πόλης συνοδεύεται από εκκωφαντική εγκατάλειψη όλου του υπόλοιπου αστικού χώρου, φαίνεται ότι έχει κατακτήσει την καρδιά μιας μερίδας πολιτών αποδεικνύοντας την παραισθησιογόνα δύναμη του θεάματος.
Έχοντας, με τέτοιες τακτικές, κερδίσει την ανοχή της πόλης, ο Μπέος σταθερά φυγομαχεί από τα δύσκολα. Αδιαφορεί για μακρόπνοους σχεδιασμούς, για διεκδίκηση Ευρωπαϊκών προγραμμάτων και για τη συστηματική προετοιμασία σημαντικών έργων. Καμία πρωτοβουλία για την μείωση της αέριας ρύπανσης, για την βελτίωση του οριακά πόσιμου νερού, για την αύξηση του αστικού πρασίνου, για την ανθεκτικότητα της πόλης και την αναβάθμιση του δημόσιου χώρου, για τη συντήρηση σχολείων και αθλητικών εγκαταστάσεων, και για άλλα πολλά. Αντίθετα, υπήρξε δουλικός υποστηρικτής των ολέθρια ρυπογόνων βιομηχανιών όπως και κάθε εξωφρενικού και επικίνδυνου για την πόλη σχεδίου, αρκεί αυτό να εκπορεύεται από την εγχώρια ολιγαρχία. Η ευθυγράμμισή του με επιχειρηματικά συμφέροντα και οι διευκολύνσεις σε ημέτερους είναι τόσο επαναλαμβανόμενες όσο και οι καταγγελτικές κραυγές του του για το «σάπιο πολιτικό σύστημα» και για τα «λαμόγια που χρεωκόπησαν την πόλη».
Και βέβαια, στα χρόνια του Μπέου, η Κοινωνική Πρόνοια και ο Πολιτισμός έχουν εξοστρακιστεί πλήρως από τα πλάνα του Δήμου. Το χοντροκομμένο μπαρόκ των στολισμών, οι φιέστες και τα μαζικά λαϊκά γλέντια φαίνεται ότι αρκούσαν ως υποκατάστατα τέχνης και ως ελεημοσύνη κοινωνικής φροντίδας.
Γενικά, ό,τι δεν μπορεί να μεταφραστεί σε απευθείας ανάθεση, σε πελατειακή εξυπηρέτηση και σε ακαριαίο εντυπωσιασμό, έχει μείνει στον Βόλο τραγικά παραμελημένο. Ακόμα και τα πιο βασικά μέτρα θωράκισης της πόλης από φυσικές καταστροφές δεν απασχόλησαν ποτέ τον Δήμαρχο. Όπως αποδείχτηκε στην πρόσφατη πυρκαγιά, τα φετινά έργα πυροπροστασίας δεν είχαν καν δημοπρατηθεί από τον Δήμο και δεν είχε έστω διασφαλιστεί νερό κατάσβεσης στις τοπικές κοινότητες του Βόλου. Βέβαια, με τη γνωστή υπερφίαλη ανευθυνότητά του, ο Μπέος δήλωσε δημοσίως ότι για την αντιμετώπιση της πυρκαγιάς βάζει στο εαυτό του 18 με άριστα το 10!
Κάπως έτσι λοιπόν έχει εξελιχτεί αυτή η ομηρία που ωθεί σταθερά την πόλη σε έναν ηθικό και βιοτικό ευτελισμό.
Γι αυτό ήταν πλέον μονόδρομος για όσους πολίτες νοιάζονται και αγωνιούν για την πόλη τους να συσπειρωθούν δυναμικά και να διεκδικήσουν εκ νέου την αξιοπρέπεια και την προοπτική της. Η υπερκομματική δημοτική κίνηση «Συμμαχία για τον Βόλο» με επικεφαλής τον Νίκο Παπαπέτρο επιδιώκει πρώτα απ’ όλα ακριβώς αυτό: να θέσει ξανά σε μια υγιή βάση τους όρους συνύπαρξης και διαβίωσής μας στην πόλη. Γιατί ο εκβαρβαρισμός της δημόσιας σφαίρας δεν αξίζει στον Βόλο. Γιατί η κανονικότητα της δυστοπίας δεν μπορεί να είναι η δική μας κανονικότητα.
*Καθηγητής Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
