ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ψοφοειδείς ψηλομύτες υποψήφιοι ψωμοζητούν ψήφους με ψωραλέους ψυχαναγκασμούς, οι πιο ψαγμένοι ψηφοφόροι μολαταύτα τους αγνοούν επιδεικτικά. «Δεν πά’ να κουρεύονται» λένε. Κι αφού οι ψωνισμένοι ψηφοθήρες επισκέπτονται τούτες τις μέρες κουρεία και κομμωτήρια μόνο για να μοιράσουν προεκλογικά φυλλάδια, είπα να συμμαζέψω –τουλάχιστον εγώ– την επί μήνες ακούρευτη γκλάβα μου, καθότι απαιτούσε φροντίδα που δεν προσφερόμουν να της αφιερώσω.

Ανυπερθέτως τ’ Απεράθου, στο οποίο ξέμεινα μεσούντος του φθινοπώρου, διαθέτει υπερλούξ κατάστημα υψηλών προδιαγραφών, με προχωρημένο ντιζάιν και χρυσοδάχτυλη, γελαστή και αρκούντως εξυπηρετική κομμώτρια. Από ιδιοτροπία της στιγμής, εν τούτοις, προτίμησα να εμπιστευτώ το ασυγύριστο όσο και αγύριστο κεφάλι μου στα πολύπειρα χέρια του Δημήτρη Μάρκου.

Λαμπρός επαγγελματίας άλλοτε, λειτουργεί αυτοσχέδιο μαγαζί στο ισόγειο παλιού σπιτιού, εξακολουθώντας να περιποιείται τις τρίχες ελαχίστων τολμηρών παραδοσιακών μεσηλίκων σαν και του λόγου μου. Ουδόλως αποσκοπεί στην ενίσχυση της γλίσχρας του σύνταξης. Το κάνει για να νιώθει το αίμα να κυλά στις από πολλού παροπλισμένες του παλάμες, καθώς στην τεχνική και την τέχνη του αντικατοπτρίζεται το αποτύπωμα ολόκληρης της ζωής του.

Ισχνός υπερογδοντούτης πια –δείχνει δεκαπέντε χρόνια νεότερος– γεννήθηκε, μεγάλωσε και γέρασε στο εμβληματικό κουρείο της Πλάτσας, μαθητεύοντας δίπλα στον μετρ του ψαλιδιού, πατέρα του Μάρκο Μάρκου, τον περιλάλητο Μαρκάκη. Τον παίρνεις τηλέφωνο και σε δυο λεπτά σε υποδέχεται στο κατώφλι. Μέσα, σου βγάζει ρακή με καρύδια και ξερά σύκα και σε ξεναγεί στον χώρο, σημαδεμένο ανεξίτηλα απ’ τους ολοζώντανους ίσκιους ενδόξων, πλην ανεπίστρεπτων χρόνων.

Δεσπόζει η αρχετυπική πολυθρόνα στο φθαρμένο δάπεδο, ζεστή ακόμη απ’ τους πισινούς των πατεράδων και των παππούδων μας. Στα ξεφτισμένα ντουβάρια φωτογραφίες των ιερουργών και κοινωνών του μυθικού κουρείου σε περιοδικά εποχής και, ασφαλώς, ο παλιός καθρέφτης ν’ αντιφεγγίζει θολά, αλλά ευδιάκριτα, θρυλικές μορφές και μαζί τους την ιστορία του τόπου. «Το ψαλίδι είναι εβδομήντα πέντε χρονώ» με πληροφορεί, συντηρημένο κι ακονισμένο όμως στην εντέλεια. Το δουλεύει, όπως και τη χειροκίνητη μηχανή, με δεξιοτεχνία ταχυδακτυλουργού.

Ιωβηλαίων αχλύ αποπνέει το όλο σκηνικό, διανθισμένο με ξέξασπρες πετσέτες, πούδρες και κολόνια λεμόνι. «Κρινιώτη» και «Καραβιώτη» τις ονόμαζε σκωπτικά ο Μαρκάκης, αποδίδοντας την προέλευσή τους στις ομώνυμες πηγές του χωριού. Διαρκείς εύστοχες νύξεις φιλοσοφικού περιεχομένου, αιχμηρά σχόλια για τη ζοφερή τρέχουσα επικαιρότητα και στο τέλος ρακή ξανά και ξανά. Εξυπακούεται πως αρνήθηκε πεισματικά να πληρωθεί. Το κούρεμά του, αξεπέραστη εμπειρία. Του το ρίχνω δαγκωτό.