Είναι καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παντείου και ένα από τα αντικείμενά του είναι η Ανθρωπολογία της Μουσικής, καθώς μελετάει επί χρόνια το λαϊκό τραγούδι, πάντα από την ανθρωπολογική σκοπιά του, επιστημονική και ολιστική δηλαδή. Ο Λεωνίδας Οικονόμου έχει καταπιαστεί ήδη και συγγραφικά με το θέμα, όταν το 2015 εξέδωσε το βιβλίο «Στέλιος Καζαντζίδης. Τραύμα και συμβολική θεραπεία στο λαϊκό τραγούδι» (εκδόσεις Πατάκη) και τώρα από τις «Μωβ» εκδόσεις κυκλοφόρησε το «Τα ερωτικά του Καζαντζίδη. Ερωτας και φύλο στο λαϊκό τραγούδι».
Το βιβλίο μπορεί να επικεντρώνεται στα κείμενα των ερωτικών τραγουδιών του σπουδαίου λαϊκού τραγουδιστή («σε όποιον αρέσει η λαϊκή μουσική, αρέσει και ο Καζαντζίδης», όπως μας λέει ο συγγραφέας) της περιόδου 1952-1967, ωστόσο αυτό είναι απλώς ένα «επιστέγασμα». Η ουσιαστική βάση, αλλά και το «εποικοδόμημα» του βιβλίου είναι πως με αφορμή την ανάλυση του έρωτα και των έμφυλων εκφάνσεων αυτού μέσω των στίχων λαϊκών τραγουδιών, μπορούμε και κατανοούμε ευρύτερα και ξεκάθαρα τόσο το τι συνέβαινε στις δεκαετίες ‘50 και ‘60 στην Ελλάδα αλλά κυρίως πού στεκόμαστε σήμερα σε σχέση με τον έρωτα, την ερωτοτροπία και τον ρομαντισμό.
Αυτό το λέμε εξ αρχής, αν και ίσως έπρεπε να μπει στο φινάλε: Αλλά με το να καταλάβεις τι σήμαινε για τη μετεμφυλιακή κοινωνία της Ελλάδας η χειραφέτηση της γυναίκας και πώς αυτό μεταστοιχειώθηκε στο πώς έβλεπαν τον έρωτα, τη γυναίκα αλλά και τον άνδρα και πώς αυτό πάλι άλλαξε τη δεκαετία του ‘60, αποκτάς την ικανότητα να κατανοήσεις τον έρωτα σαν ιδεολογία και το πώς οργανώνεται η ερωτοτροπία.
«Διαβάζοντας κάποιος αυτό το βιβλίο θα καταλάβει ότι η ερωτοτροπία οργανώνεται με διαφορετικούς τρόπους, με το κοινωνικό γίγνεσθαι και την ιστορικότητα να έχουν να κάνουν με αυτό. Γενικά, παρέχει κλειδιά για να καταλάβει και τους άλλους και τη δική του εμπειρία. Για ν’ αντιληφθεί τον έρωτα ως κάτι που δεν είναι ξένο ως προς αυτά που πιστεύουμε και στηρίζουμε στη ζωή μας ευρύτερα», μας λέει ο κ. Οικονόμου. Εξάλλου, όπως γράφει στο βιβλίο: «Η ερωτική αγάπη και οι έμφυλοι τρόποι με τους οποίους κατανοείται και βιώνεται δεν αποτελούν έκφραση βιολογικών και πανανθρώπινων τάσεων, πρακτικών, αλλά κοινωνικές και πολιτισμικές κατασκευές […] Επίσης, εκτός από τις αντιλήψεις και θεωρίες για τον εαυτό, το σώμα, το κοινωνικό φύλο και τη σεξουαλικότητα, τα ερωτικά ιδιώματα συμπυκνώνουν στάσεις απέναντι στο χρήμα, την κοινωνική τάξη, τη ράτσα και την πολιτική και σχετίζονται με σύνθετους τρόπους με το κοινωνικό σύστημα και την κυρίαρχη ιδεολογία, συμβάλλοντας στην αναπαραγωγή και την αμφισβήτησή της».
Ολα τα παραπάνω αναλύονται θεματικά σε τρεις μεγάλες ενότητες. Ο Λ. Οικονόμου εξηγεί: «Ξεκινάω με την ενότητα “Κακές γυναίκες και συναισθηματικοί άνδρες” που αφορά τη συζήτηση εκείνης της περιόδου για το φύλο. Οι “κακές” γυναίκες είναι μια σειρά από τραγούδια με έναν λόγο που εκφράζει την ανησυχία και τον φόβο των ανδρών που τις καταδικάζουν, εν όψει της εμφάνισης της μοντέρνας γυναίκας. Η κακιά γυναίκα είναι όμορφη κι επικίνδυνη, καταστρέφει τους άνδρες, μπορεί να έχει τον αέρα της βαμπ και την ίδια στιγμή που την κατηγορούν τη θέλουν κιόλας. Κάθε μία που ξεφεύγει από τους περιορισμούς που επιτάσσει το φύλο της, παίρνει τον “κακό δρόμο” – θα γίνει “πουτάνα”, που στέκεται απέναντι στην “καλή” γυναίκα ή τη “μάνα”, χωρίς να υπάρχει ενδιάμεση κατάσταση.
Αρα στο πρώτο κεφάλαιο έχουμε την καταδίκη και ταυτόχρονα την επιθυμία για τη χειραφετημένη γυναίκα και κάποιες αναφορές στο ανδρικό φύλο, όπου ο Καζαντζίδης βγάζει κυρίως τον άνδρα-αισθηματία, καθώς φέρει έντονο το τραύμα μέσα του (σ.σ. ο πατέρας του, οργανωμένος στον ΕΛΑΣ, δολοφονήθηκε στον Εμφύλιο από παρακρατικές αντικομμουνιστικές ομάδες) που ξεφεύγει από τις άκαμπτες επιταγές του φύλου του. Μιλάμε για το ιδανικό της ρομαντικής αγάπης, το οποίο προκαλεί κάποιες αλλαγές στις έμφυλες σχέσεις, σε έναν βαθμό τις μετασχηματίζει. Σταδιακά παρατηρείται μια μετατόπιση προς τις μοντέρνες ιδέες για τις έμφυλες σχέσεις (περνώντας στη δεκαετία του ‘60): για παράδειγμα αν μια γυναίκα χωρίσει, αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι “πουτάνα”. Ετσι εισάγεται και το ερμηνευτικό ντουέτο, όπου ακούγεται και γυναικεία φωνή δίπλα στην ανδρική.
Στο δεύτερο κεφάλαιο αναλύεται ο ερωτικός λόγος που εκφέρεται εκείνη την περίοδο από τον Καζαντζίδη, ο οποίος είναι στη φύση του ρομαντικός και συνάδει με ό,τι γίνεται την ίδια περίοδο παγκοσμίως. Η μεταπολεμική περίοδος είναι περίοδος αισιοδοξίας και πίστης στη ρομαντική αγάπη, ως ωραίο συναίσθημα που μπορεί να οδηγήσει σε σταθερές σχέσεις, στη δημιουργία οικογένειας. Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά σε τραγούδια του τέλους της δεκαετίας του 1950 τα οποία είναι υπέρ των σεξουαλικών σχέσεων. Είναι γνωστό ότι εκείνη η εποχή δεν ενέκρινε την ολοκλήρωση των σχέσεων, ιδίως για τις γυναίκες. Ξεχωριστή αναφορά πρέπει να γίνει στην εισαγωγή του βιβλίου, όπου στηριζόμενος στη διεθνή βιβλιογραφία προχωρώ σε ανάλυση του ερωτικού λόγου, θέμα το οποίο με ενδιαφέρει από παλιά και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κλειδί για την προσέγγιση οποιουδήποτε ερωτικού λόγου, είτε έντεχνου είτε λόγιου. Γι’ αυτό και το βιβλίο ασφαλώς απευθύνεται σε όσους ενδιαφέρονται για το λαϊκό τραγούδι, για τον Καζαντζίδη, για τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, αλλά και σε όσους ενδιαφέρονται για τον ερωτικό λόγο, προσφέροντας μια εντελώς πρωτότυπη προσέγγιση».
Στο τέλος, τον ρωτάμε γιατί σήμερα ο ρομαντισμός δεν χρησιμοποιείται σχεδόν ούτε καν ως λέξη (δεν δημιουργούνται, παγκοσμίως πλέον, ρομαντικές ταινίες, ούτε γράφονται βιβλία, σχεδόν ούτε και τραγούδια), ενώ τόσο στην Κατοχή όσο και μετέπειτα, σε δύσκολες ιστορικές περιόδους (έως και μέσα στη δικτατορία) ο ρομαντικός έρωτας ήταν ζωντανός. «Η απάντηση είναι η έκθεση στο ΕΜΣΤ με θέμα “Η αγάπη στα χρόνια της ψυχρής οικειότητας”», μας απαντά. «Το ρομαντικό ιδανικό αφορά τους δύο που γίνονται ένα, δεν χάνεται, αλλά υπάρχει μια μετατόπιση πλέον προς την ατομικότητα, προς το θεραπευτικό ιδανικό, όπου οι δύο παραμένουν δύο».
