Βαριά, διστακτικά, φοβισμένα βήματα οδηγούν τον πιτσιρικά Λεωνίδα Δρακόμαλλο στα γραφεία της ευρείας κυκλοφορίας καθημερινής εφημερίδας «Εφήμερος», στο ιστορικό τρίγωνο των Αθηνών, για να πάρει το βάπτισμα του πυρός στο ρεπορτάζ. Οι μέλλοντες συνάδελφοι τον αποκαλούν κοροϊδευτικά Ρακόμελο και τον ψαρώνουν έτι περαιτέρω με το «καλημέρα».
Ολοι περιμένουν με ανυπομονησία και δέος την αλλαγή του αιώνα –βρισκόμαστε, βλέπεις, στο εθνοσωτήριον 1999– η έλευση του οποίου αλλάζει δεόντως, ριζικά και αναπόδραστα τη σύντομη ζωή του ήρωα – του Ρακόμελου, ντε! Παραλείπει μες στον πανικό του να παραδώσει το ραβασάκι που του εμπιστεύεται ο αβέλτερος κλητήρας. Πρόκειται για την πρωθύστερη ειδοποίηση του διευθυντή προς τον αρχισυντάκτη για επικείμενη τοποθέτηση βόμβας.
Μηχανικά διαβάζει το ανεπίδοτο γράμμα την επαύριο στο σπίτι του και αντιλαμβάνεται ότι η ιεραρχία του εμβληματικού εντύπου χρησιμοποιεί τον «Εφήμερο» ως προκάλυμμα. Πίσω του κρύβεται η διαβόητη ομάδα «Αντάρτες Πόλης» που αναστατώνει εδώ και χρόνια σύμπασα την επικράτεια. Το στόμα του λαθραναγνώστη θανάσιμων μυστικών πρέπει να κλείσει διά παντός. Ο προσφορότερος και πιο ανώδυνος για όλους τρόπος είναι η ένταξη του Δρακόμαλλου στην ομάδα, εξέλιξη, που, συνεπικουρούμενος από το ωστικό κύμα του έρωτα, προσυπογράφει με απροσδόκητο ενθουσιασμό. Ταυτόχρονα με τη δημοσιογραφία, λοιπόν, παίρνει το πραγματικό βάπτισμα του πυρός στην ένοπλη βία. Και όλα γίνονται μπάχαλο σ’ ένα μυθιστόρημα-συνταγή της απόλυτης καταστροφής.
Βαδίζει σταθερά στα χνάρια των σπουδαίων παραμυθάδων η Μαρίλη Μαργωμένου –διότι ασφαλώς περί της φιλτάτης Μαρίλης πρόκειται– με το βιβλίο «Εφήμερος» (Καστανιώτης, 2023). Καιρό είχα να διαβάσω απνευστί πόνημα 475 σελίδων, κάτι που ουδόλως οφείλεται στη χαλαρότητα των διακοπών. Οι θεράποντες των γραμμάτων διατείνονται πως οι κομιστές ενός μόνο βιβλίου είναι αμέτρητοι. Η στόφα του αληθινού συγγραφέα, λένε, αποκαλύπτεται στη δεύτερη απόπειρα. Κι η Μαργωμένου, έπειτα από «Το θηρίο βγήκε βόλτα» (2021), τους δικαιώνει πανηγυρικά.
Ανάλαφρος, αλλά μεστός αφηγηματικός λόγος, κεντημένος με υποδόριο σκώμμα και φλεγματικό χιούμορ. Ρέουσα, χειμαρρώδης γλώσσα με στιλ και ελληνικά υψηλής αισθητικής. Υποδειγματικοί, ευφυείς διάλογοι που επιτείνουν την καταιγιστική πλοκή. Η Μαργωμένου κυλάει σαν φωτισμένο, νυχτερινό τραμ στις ράγες της πρώτης της νιότης, προκαλώντας απανωτούς, αυτοσαρκαστικούς εκτροχιασμούς. Διεισδύει βαθιά στην επίπλαστη ευμάρεια του 2000, που έφερε μοιραία την οδυνηρή χρεοκοπία λίγα χρόνια μετά. Με πρόσχημα την αστυνομική φόρμα υποδαυλίζει καίρια κοινωνικά, πολιτικά και υπαρξιακά ερωτήματα. Σταματώ εδώ. Ενας «Μετέωρος» συστήνει τον «Εφήμερο» ανεπιφύλακτα! Εύχομαι απολαυστική ανάγνωση.
