Επανέρχεται η Χριστίνα Ντουνιά στο λογοτεχνικό πεδίο του 1930, που το κατέχει εξαιρετικά, με ένα μελέτημα-εξειδικευμένη προέκταση σημείων της περιεκτικής μελέτης της Αργοναύτες και σύντροφοι. Οψεις του λογοτεχνικού πεδίου στη δεκαετία του ’30 (Εστία 2021). Φωτίζοντας τη νεανική περίοδο του Μ. Καραγάτση, επιμελείται την έκδοση και γράφει το επίμετρο για μια σειρά επιστολών του προς συμφοιτητές του: τον στενό του φίλο, νομικό και μετέπειτα βουλευτή Γιώργο Ρωμανό και τον Νίκο Καλαμάρη, δηλαδή τον ποιητή/διανοούμενο Νικόλα Κάλας, καθώς και ορισμένες ημερολογιακές σελίδες του συγγραφέα.
Οι δεκαπέντε επιστολές προς τον Ρωμανό αποκαλύπτουν προσωπικές πτυχές του Καραγάτση και σηματοδοτούν, κατά τον εύστοχο τίτλος της ενότητας του επίμετρου, «το τέλος της αμεριμνησίας»: επιλογή επαγγελματικής σταδιοδρομίας στο εμπόριο, απόρριψη ακαδημαϊκής καριέρας και δικηγορίας, ζητήματα υγείας, ερωτικές συναναστροφές, με αποκορύφωση ατυχή πλην παθιασμένη ιστορία, σχέσεις με την παλαιά φοιτητική παρέα κ.ά. Στις εξομολογήσεις αυτές προοικονομούνται και επιβεβαιώνονται στοιχεία της πεζογραφικής ιδιοσυστασίας του Καραγάτση: η σεξουαλικότητα, το έντονο σωματικό ερωτικό πάθος, γνώρισμα που επισημάνθηκε κατ’ επανάληψη από την κριτική (βλ. π.χ. ερμηνεία Καραντώνη) αλλά και από τον ίδιο σε σειρά δημοσιευμάτων το 1942-43. Επίσης, η σωματικότητα άλλοτε ως (αυτο)εικόνα –περιστασιακό πάχος– συσχετίζεται με τον σαρκικό έρωτα άλλοτε ως βίωμα της ασθένειας (αδενοπάθεια ή πιθανή φυματίωση) γεννά τη μελαγχολία που «αθυρόστομος και μελαγχολικός» ο Καραγάτσης τη συνδυάζει με το χιούμορ και την ειρωνεία έως τον (αυτο)σαρκασμό. Αυτά τα τελευταία διακρίνονται επίσης σε μέρος του έργου του. Η φοιτητική παρέα, που περνά μέσα από τις επιστολές, κομμάτι της Φοιτητικής Συντροφιάς της θεοτοκικής Αργώς, με συμμετοχή στον αγώνα υπέρ της δημοτικής, με αιτήματα και ενθουσιώδεις συζητήσεις, γίνεται εξάλλου θέμα του νεανικού διηγήματος του Καραγάτση «Οι Διαπρεπείς».

Τα τρία γράμματα προς τον Καλαμάρη/Κάλας αναδεικνύουν την πρώιμη, δυναμική και μάλλον παραγκωνισμένη από την κριτική, σχέση του Καραγάτση με την Αριστερά (για τον Συνταγματάρχη Λιάπκιν του 1933 σημειώνει: «είναι καθαρά κομμουνιστικό» παρότι αργότερα θα απαλείψει «κομμουνιστικά» στοιχεία). Ο κομμουνισμός/μαρξισμός τον συνδέει στενά (τον προσφωνεί «Γλυκύτατέ μου Νίκη») με τον Κάλας/Σπιέρο, με τον οποίο όμως τον χωρίζουν οι μεταστροφές του Κάλας: αφενός η αντίθεση στην προλεταριακή τέχνη («του μακαρίτη φίλου μου Μ. Σπιέρου […Πέθανε ο κακομοίρης! Μα κάποιος αχρείος, εξακολουθεί να γράφει ανιαρά πράγματα με την υπογραφή του πεθαμένου», σημειώνει σαρκαστικά ο Καραγάτσης σε επιστολή του ’31), αφετέρου η διαρκής επιρροή από νέες, συχνά ακραίες τάσεις, όπως οι μοντερνιστικές θέσεις του και ο υπερρεαλισμός. Και οι δύο εκδίδουν το 1933, ο μεν Καραγάτσης πιστός στο «ορθόδοξο», όπως το αποκαλεί, ρεαλιστικό μυθιστόρημα, τον Λιάπκιν, ο δε Κάλας μεταξύ φουτουριστικής επίδρασης, μαρξισμού και μοντερνισμού τη συλλογή του Ποιήματα.
Τέλος, οι σελίδες ημερολογίου αποτελούν κρίσεις του Καραγάτση για τις αναγνώσεις του και ανιχνεύονται, πέρα από απόψεις του για την ελληνική ιδίως λογοτεχνία, τα αρχικά σπέρματα των δικών επιλογών του για το μυθιστόρημα, τη γλώσσα και το ύφος.
Στο επίμετρο η Ντουνιά σχολιάζει εύστοχα τα παραπάνω σημεία. Χωρίς να πρόκειται για βιογραφικό αναγωγισμό, όπως εξάλλου το θέτει, και στη βάση της αυτονομίας κάθε λογοτεχνικού έργου, πέρα από τη βιογραφία του συγγραφέα του, αναδεικνύεται από τις επιστολές η διαπλοκή ατομικών βιωμάτων του Καραγάτση με το ιδεολογικό και λογοτεχνικό πεδίο της εποχής του και το πώς όλα αυτά εκβάλλουν επεξεργασμένα στην πεζογραφία του. Αποκαλύπτονται τα εναύσματα που οδήγησαν στη μορφοποίηση μυθιστορηματικών χαρακτήρων, σκηνικού και πλοκής, ιδίως για τον Συνταγματάρχη Λιάπκιν και τον Γιούγκερμαν. Ετσι, η Ντουνιά υποδεικνύει έμμεσα τον στόχο της έκδοσης και υπόρρητα, χωρίς να το θέτει, απαντά με την υποδειγματική μελέτη της στο επανερχόμενο ερώτημα για τη σκοπιμότητα δημοσιοποίησης, μεταθανάτια, προσωπικής αλληλογραφίας συγγραφέων.
Την έκδοση συμπληρώνει φωτογραφικό ένθετο που δίνει την εικόνα του Καραγάτση σε νεανική ηλικία, κάπως διαφορετική από την παγιωμένη/γνωστή του τέλους της δεκαετίας του 1930 ή και αργότερα. Ομοια πρόσωπο αποκτούν και κάποιοι από τους φίλους της φοιτητικής συντροφιάς στους οποίους συχνά αναφέρεται ο Καραγάτσης. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα το εξώφυλλο που εικονίζει τον συγγραφέα με τον αλληλογράφο στενό του φίλο Γ. Ρωμανό και τον Π. Ζέπο, πρόσωπο που επανέρχεται στα γράμματα.
Ενδιαφέρον στο υλικό που παρατίθεται η οπτική Καραγάτση σε πρόσωπα και καταστάσεις του λογοτεχνικού πεδίου του ’30, που λειτουργούν ως ακόμη μια ψηφίδα στην ευρύτερη εικόνα αυτού του πεδίου. Τέλος, πέρα από την καθαρή και ακριβή γραφή της Ντουνιά και την τεκμηρίωση, απότοκο της βαθιάς γνώσης του πεδίου, δίνεται μια αφορμή επανανάγνωσης του Καραγάτση, π.χ. των νεανικών διηγημάτων του, αλλά και παράλληλων αναγνώσεων, π.χ. τα ποιήματα του Κάλας.
