ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Θωμάς Τσαλαπάτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Συνεχίζοντας την ανάλυσή μας από την προηγούμενη εβδομάδα για μια από τις σημαντικότερες ταινίες όλων των εποχών (δεν υπερβάλλω), τον Μεγάλο Λεμπόφσκι των αδερφών Κοέν, οφείλουμε να κάνουμε μια διευκρίνιση.

Το κωμικό στοιχείο της ταινίας είναι τόσο σαρωτικό που μπορεί να καλύψει τα πάντα. Κι όμως πίσω από τις ιδιοφυείς ατάκες και τον αξεπέραστο κωμικό ρυθμό, την καρναβαλική πινακοθήκη των δευτερευόντων χαρακτήρων και τα άψογα χορογραφημένα γκαγκ υπάρχει ένα στέρεο κομμάτι κοινωνικής κριτικής και υπαρξιακής ψυχογράφησης. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως η ταινία είναι το καλύτερο κινηματογραφικό σχόλιο στον πόλεμο του Βιετνάμ που έχει υπάρξει. Στον δομικό αυτό μύθο μιας ολόκληρης εποχής. Και αυτό όχι λόγο θέσης μόνο αλλά λόγω θέασης του συγκεκριμένου πολέμου στη συνέχειά του και στην ουσιαστική σημασία του.

Οι δύο φίλοι, ο Ντουντ και o Γουόλτερ, ενσαρκώνουν τις δύο αντίθετες όψεις εκείνης της εποχής. Τη φιλοπόλεμη μιλιταριστική και την πασιφιστική στάση της αμερικανικής αντικουλτούρας, των χίπηδων και της Νέας Αριστεράς. Και όμως δεκαετίες μετά το τέλος του και οι δύο είναι χαμένοι και ξεχασμένοι σε κάποιο προάστιο του Λος Αντζελες περνώντας τις μέρες τους απλά, παίζοντας μπόουλινγκ. Χωρίς να μπορούν να ξεχάσουν τους τότε ρόλους τους. Συμφιλιωμένοι αλλά ηττημένοι. Δεν υπάρχουν κερδισμένοι στο μεγάλο αμερικανικό παιχνίδι. Και το παιχνίδι φυσικά δεν έχει τελειώσει. Η ταινία τοποθετείται χρονικά την περίοδο του πρώτου πολέμου του Κόλπου.

Ενας πόλεμος που διαρκώς βρίσκεται στο φόντο των γεγονότων χωρίς άμεσο σχολιασμό. Η ταινία ουσιαστικά επικρίνει τις πολιτικές και τις κυρίαρχες αφηγήσεις της Αμερικής τη δεκαετία του ‘90. Το ‘90 δεν είναι μια τυχαία δεκαετία. Είναι η δεκαετία των νικητών Αμερικανών και της ατελείωτης καπιταλιστικής αισιοδοξίας. Είναι τα πρώτα βήματα προς το τέλος της Ιστορίας, ένα τέλος που με τη σειρά του θα τελειώσει και αυτό με την πτώση των δίδυμων πύργων. Η φαινομενικά τυχαία συνύπαρξη του πολέμου του Βιετνάμ με τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου μόνο ως τυχαία δεν μπορεί να αναγνωστεί. Ο πόλεμος του Κόλπου (και οι αμερικανικοί πόλεμοι που τον διαδέχτηκαν) στην πραγματικότητα αποτελεί μια αλλαγή παραδείγματος. Είναι αυτό που λίγα χρόνια μετά ο Μπιλ Κλίντον θα ονομάσει peacemaking σε κάποιον λόγο του. Οι Αμερικανοί δεν σώζουν πια τον κόσμο από τον Κόκκινο Κίνδυνο αλλά από τους κακούς γενικά. Είναι μια αλλαγή που στην πραγματικότητα επιβεβαιώνει πως τίποτα δεν αλλάζει και πως οι αμερικανικοί πόλεμοι θα συνεχιστούν με τον ίδιο τρόπο αλλά σε διαφορετικό πλαίσιο. Και οι χαμένοι θα συνεχίσουν να χάνουν. Και όμως η ταινία δικαιώνει τον πρωταγωνιστή μας και τον περιγράφει ως νικητή ακριβώς μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Τόσο από τα γεγονότα όσο και από την εισαγωγή και τον επίλογο και μάλιστα με τρόπο εμφατικό. Ο Λεμπόφσκι είναι ο αθέατος βασιλιάς του καρναβαλιού.

Ο ήρωας αυτής της πινακοθήκης των περίεργων ατόμων που για δύο ώρες συνεχίζουν να περνούν στην οθόνη. Είναι η γιορτή της ζωής απέναντι στις επιταγές του σύγχρονου κόσμου, η γιορτή του κωμικού απέναντι στο σοβαροφανές, η γιορτή των ηττημένων απέναντι στους απατεώνες θριαμβολογούντες. Τον κόσμο αυτό ενσαρκώνει ο συνονόματος Λεμπόφσκι της ταινίας, ένας πλούσιος στην πραγματικότητα χωρίς χρήματα, οπαδός του Ρέιγκαν που διαρκώς ηθικολογεί υποκριτικά. Οταν ξεσκεπάζεται δίνοντάς μας τη λύση στην πλοκή μάς ομολογεί κυνικά το δικαίωμά του να στέκει υπεράνω του νόμου, του νόμου που αυτός όρισε. Γι’ αυτό το κλάμα του στο τέλος είναι γελοίο. Γελοίο όσο και ο κόσμος που υπερασπίζεται.

Θα μπορούσα, νομίζω, να συνεχίσω να γράφω για πάντα γι’ αυτή την ταινία. Αλλά δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι η απόλαυση που σου προσφέρει. Κυρίως η απόλαυση όταν συνειδητοποιείς την ταύτισή σου με τον πρωταγωνιστή και τον κόσμο του.

Αυτή τη χαμογελαστή περιφρόνηση απέναντι στα πρέπει σε όλες τους τις εκδοχές. Γιατί η ταύτιση αυτή είναι η υπεράσπιση ενός κόσμου. Και μπορείς τότε και συ να πεις, όπως ο ίδιος ο Λεμπόφσκι στο τέλος της ταινίας:

«Ο μάγκας επιμένει»…