Αυτό που είχε ανακοινωθεί επισήμως έλεγε πως χθες το βράδυ ο πρωθυπουργός θα υποδεχόταν στο Μέγαρο Μαξίμου τους ηγέτες των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων και εκπροσώπους της ηγεσίας της Ε.Ε. στους οποίους θα παρέθετε ένα άτυπο (μη επίσημο δηλαδή) δείπνο με αφορμή τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων από τη «Διακήρυξη της Θεσσαλονίκης», η οποία άνοιξε τον δρόμο για την ένταξη αρκετών χωρών της περιοχής στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η ενημέρωση αυτή συμπληρώθηκε στη συνέχεια από διαρροές ότι θα κατέφθανε στην Αθήνα και ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι.
Δυτικά Βαλκάνια, όπως ορίζει η γεωγραφία, είναι η χώρα μας, η Σερβία, η Αλβανία (που δεν συμμετείχε στο δείπνο με ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης), η Βόρεια Μακεδονία, η Σλοβενία, η Κροατία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, το Κόσοβο με το ειδικό ΝΑΤΟϊκό καθεστώς και το Μαυροβούνιο. Δεν είναι η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Μολδαβία και φυσικά δεν είναι η Ουκρανία που συμμετείχαν στο άτυπο δείπνο του κ. Μητσοτάκη.
Αν κοιτάξει κανείς τον χάρτη, θα καταλάβει με την πρώτη ματιά ότι στο τραπέζι του πρωθυπουργού κάθισαν χθες ηγέτες, των οποίων οι χώρες συγκροτούν μια εδαφική έκταση η οποία ξεκινά από τη Μεσόγειο και φτάνει ώς την Ουκρανία χωρίς να μεσολαβεί στο ενδιάμεσο κανένα εμπόδιο. Στην κορυφή του τραπεζιού καθόταν η ηγεσία της Ε.Ε. (Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και Σαρλ Μισέλ), ο κ. Μητσοτάκης και φυσικά ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι.
Για ποιον έγιναν επομένως όλα αυτά; Για τα είκοσι χρόνια από τη «Διακήρυξη της Θεσσαλονίκης» και για την ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων; Θα ήταν αστείο να το ισχυριστεί κανείς. Για την Ουκρανία στήθηκε αυτό το κακόγουστο και επικίνδυνο πανηγύρι το οποίο συνιστά αναβάθμιση της εμπλοκής της Ελλάδας στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Η Ελλάδα υπό την πρωθυπουργία του κ. Μητσοτάκη δεν αρκείται πλέον να στηρίζει την Ουκρανία στα διεθνή φόρα και να της στέλνει όπλα. Αναλαμβάνει πλέον να ηγηθεί στον συντονισμό των χωρών της περιοχής -παρακάμπτοντας τις φιλικώς διακείμενες στη Ρωσία ή ουδέτερες;- με σκοπό τη στήριξη των ευρω-ΝΑΤΟϊκών επιδιώξεων στον συγκεκριμένο πόλεμο.
Ετσι γίνεται όλο και περισσότερο μέρος του προβλήματος και όχι πόλος αναζήτησης της λύσης του. Κάτι που είναι ενάντια στα άμεσα και μακροπρόθεσμα εθνικά συμφέροντα.
