ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα παιδιά με τα όργανα κάθονται στο πεζούλι. Ενα από αυτά σηκώνει το τρομπόνι της φιλαρμονικής και βγάζει μια σέλφι με φόντο το κόκκινο βουνό. Το βουνό που σκεπάζει με τον ίσκιο του το Λεωνίδιο. Ενα κορίτσι δίπλα του κρατά ένα τύμπανο και, πού και πού, ταράζει το ζεστό απόγευμα του Ιουλίου. Σιγά σιγά φτάνουν άνθρωποι όλων των ηλικιών από όλες τις γωνιές του χωριού. Τι περιμένει όμως το πλήθος συναθροισμένο στην πλατεία; Μια παρέα Ιταλών κουβεντιάζει ζωηρά γύρω από τη νέα πινακίδα της πλατείας που από τούτη τη βραδιά θα ονομάζεται Piazza Martano. Ενας από τους Ιταλούς φορά μια κορδέλα με τα χρώματα της χώρας του και παίρνει θέση στα πρώτα καθίσματα πλάι στον ομόλογό του, δήμαρχο του Λεωνιδίου. Γύρω γύρω ο τόπος κινείται στους ρυθμούς του Μελιτζάζ, του εδώ και πολλά χρόνια τοπικού φεστιβάλ.

Και η Ιστορία σιγά σιγά αρχίζει να ξετυλίγεται για μας τους ανυποψίαστους επισκέπτες του θέρους. Φαντάζεσαι ομάδες Δωριέων να καταφθάνουν στη νότια Ελλάδα γύρω στο 1100 π.Χ. Να αντέχουν, να μένουν και να εξαπλώνονται στη γη των θεών του Ολύμπου. Και τον 8ο π.Χ. αιώνα οι Δωριείς της Λακωνίας να ιδρύουν τον Τάραντα, ενώ οι άλλοι Δωριείς ιδρύουν την Ηράκλεια στη Νότια Ιταλία και το Ρήγιο στην περιοχή της Καλαβρίας. Τους ενώνει η ίδια ρίζα. Στις πόλεις αυτές μιλιόταν κυρίως η δωρική διάλεκτος. Σταδιακά η επίσημη εξουσία και η Καθολική Εκκλησία περιόρισαν την ελληνόφωνη περιοχή σε ελάχιστα χωριά. Η Ορθόδοξη Eκκλησία, το καταφύγιό τους, άντεξε ώς τον 16ο αιώνα στην Καλαβρία και ώς τον 17ο αιώνα στην Απουλία.

Στην ενδοχώρα της Νότιας Καλαβρίας, νοτιοανατολικά του Ρηγίου, στην περιοχή της οροσειράς του Aspromonte και στη χερσόνησο του Salento στη νότια Απουλία, ανατολικά του Τάραντα, βρίσκονται σήμερα δύο ελληνόφωνες περιοχές της νότιας Ιταλίας. Την αναδρομή στην Ιστορία διακόπτει μια παράξενη γλώσσα που μιλούν αγκαλιασμένοι δύο ηλικιωμένοι κύριοι, ένας Ελληνας και ένας Ιταλός, δίπλα μου: Εβώ πάντα σε σένα πενσέω, γιατί σένα φσυχή μου ’γαπώ, τσαι που πάω, που σύρνω, που στέω στην καρδιά μου πάντα σένα βαστώ… Μιλάνε κατωιταλικά ελληνικά, μιλάνε «γκρίκο». Δεν ξέρω όμως αν μιλούν ή αν νιώθουν μόνο, δεν ξέρω αν τα άκουσα ή τα ένιωσα κι εγώ. Εμαθα αργότερα ότι ήταν δύο από τους πρωτεργάτες της αδελφοποίησης του Λεωνιδίου με το Μαρτάνο. Μια αδελφοποίηση που επικυρώνει ξανά σήμερα αυτός ο τόπος.

Το βράδυ πέρασα από την πάνω πλατεία του χωριού· μια παράξενη φωνή, ενός τελάλη-τραγουδιστή, ακουγόταν ώς τον ποταμό. Εκεί, μπροστά του, μπροστά σε Ελληνες, Ιταλούς, Δωριείς, Τσάκωνες, χόρευε μια γυναίκα από το Μαρτάνο έναν πανάρχαιο χορό του Διονύσου, τον χορό της αράχνης, της ταραντέλας. Την παρακολουθούσαμε υπνωτισμένοι. Ναι, αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας μάς περιέχει όλους σε μια κοινή καταγωγή. Από το ίδιο πρώτο δέντρο καταγόμαστε όλοι και στον ίδιο ουρανό επιστρέφουμε.