Μια «γιγάντια μορφή» που «ξεχώρισε στο λογοτεχνικό τοπίο σαν μονόλιθος», σύμφωνα με τον Ιρλανδό Τζον Μπάνβιλ. «Ισως ο μεγαλύτερος Αμερικανός μυθιστοριογράφος της εποχής μας», σύμφωνα με τον Αμερικανό Στίβεν Κινγκ. Ομότεχνοί του από τις δύο άκρες του Ατλαντικού υποκλίνονται στον Κόρμακ Μακάρθι, ο οποίος έφυγε ήσυχα από τη ζωή την περασμένη Τρίτη, σε ηλικία 89 ετών, στη Σάντα Φε του Νέου Μεξικού, όπως ακριβώς ήσυχα έζησε, σαν ερημίτης, διοχετεύοντας ωστόσο όλη την ενέργειά του στις ηλεκτρισμένες σελίδες των βιβλίων του.
«Τα τελευταία χρόνια δεν είχα καμία επιθυμία να κάνω τίποτα άλλο παρά να δουλεύω και να είμαι με τον γιο μου Τζον» έλεγε ήδη από το 2005 στο Vanity Fair σε μία από τις σπάνιες, μετρημένες στα δάκτυλα, συνεντεύξεις του. «Ακούω ανθρώπους να μιλούν για διακοπές ή κάτι τέτοιο και σκέφτομαι, τι είναι αυτό; Δεν έχω καμία επιθυμία να πάω ένα ταξίδι. Η τέλεια μέρα μου είναι να κάθομαι σε ένα δωμάτιο με λίγο λευκό χαρτί. Αυτός είναι ο παράδεισος. Αυτό είναι χρυσός και οτιδήποτε άλλο είναι απλώς χάσιμο χρόνου».
Για τον αντισυμβατικό της αμερικανικής λογοτεχνίας το γράψιμο ήταν απλώς στο υποσυνείδητό του: «Αν αφιερώνεις πολύ χρόνο στο να σκέφτεσαι πώς να γράψεις ένα βιβλίο, μάλλον δεν θα έπρεπε να το σκέφτεσαι, μάλλον θα έπρεπε να το κάνεις». Ενας αριστοτέχνης στιλίστας με συναρπαστική, καθηλωτική γραφή. «Με γλώσσα που κυμαινόταν από βάναυσα λιτή έως ιλιγγιωδώς περίπλοκη, ο Μακάρθι αφηγήθηκε ιστορίες για τη σκοτεινή πλευρά της ανθρωπότητας με φόντο τα άγρια τοπία της Αμερικανικής Δύσης και των Απαλαχίων. Εγραψε όλα τα μυθιστορήματά του σε μια γραφομηχανή Olivetti Underwood Lettera 32» επισημαίνει ο εκδοτικός οίκος του Penguin Random House.
Ο Κόρμακ Μακάρθι που ξεχώρισε από το πρώτο του μυθιστόρημα «The Orchard Keeper» το 1965 κερδίζοντας το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του Ιδρύματος Φόκνερ. Που έγινε διάσημος με τον «Ματωμένο μεσημβρινό» το 1985, ένα επικό μυθιστόρημα το οποίο ανέτρεψε τις συμβάσεις των γουέστερν και της μυθολογίας της Αγριας Δύσης: για τους περισσότερους το αριστούργημά του, με τον Χάρολντ Μπλουμ να τον βάζει στο ίδιο βάθρο με τον Μέλβιλ και τον Φόκνερ. Που βραβεύτηκε με Πούλιτζερ για τον «Δρόμο» το 2007, ένα βιβλίο-ορόσημο το οποίο έγινε ταινία από τον Τζον Χίλκοτ. Για τον κινηματογράφο διασκευάστηκαν επίσης το «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» από τους Τζόελ και Ιθαν Κοέν (Οσκαρ καλύτερης ταινίας το 2008 και β’ ανδρικού ρόλου για την ανεπανάληπτη ερμηνεία του Χαβιέ Μπαρδέμ) και «Ολα τα όμορφα άλογα» σε σκηνοθεσία Μπίλι Μπομπ Θόρντον.
«Μερικές φορές διαβάζοντας τα μυθιστορήματα του Κόρμακ, ειδικά τον “Ματωμένο μεσημβρινό”, λες στον εαυτό σου: “Αυτό είναι τόσο υπερβολικό που είναι εξωπραγματικό”» επισημαίνει ο Τζον Μπάνβιλ για τον Μακάρθι που σκιαγράφησε τολμηρούς και τρυφερούς ήρωες, ενώ με αμεσότητα αφηγήθηκε σκληρές, αιματοβαμμένες ιστορίες βίας, εκδίκησης, απόγνωσης, ιστορίες επιβίωσης σε έναν εχθρικό, επικίνδυνο κόσμο, σε μια καταβύθιση στη σκοτεινή καρδιά της Αμερικής. Ο ίδιος ποτέ δεν δίστασε μπροστά στον θάνατο. «Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν βλέπουν ποτέ κανέναν να πεθαίνει. Κάποτε, μεγαλώνοντας σε μια οικογένεια, έβλεπες τους πάντες να πεθαίνουν. Πέθαιναν στο κρεβάτι τους στο σπίτι με όλους μαζεμένους γύρω. Ο θάνατος είναι το μείζον ζήτημα στον κόσμο. Για σένα, για μένα, για όλους μας. Απλώς είναι. Το να μην μπορώ να μιλήσω για αυτό είναι πολύ περίεργο» έλεγε στο Vanity Fair.
Τα δύο τελευταία βιβλία του, «Ο επιβάτης» και «Stella Maris», εκδόθηκαν από τον Gutenberg σε μετάφραση Γιώργου Κυριαζή στα τέλη του 2022, ενώ από τις ίδιες εκδόσεις θα κυκλοφορήσει σύντομα για πρώτη φορά στα ελληνικά το «Τέκνο του Θεού» (μετάφραση: Παναγιώτης Κεχαγιάς) που παρακολουθεί τον κατήφορο ενός φτωχού αγρότη με φόντο τα δάση του Τενεσί. Εκεί όπου μεγάλωσε ο Κόρμακ Μακάρθι…
