ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Να λοιπόν που το φετινό Φεστιβάλ, που μόλις άνοιξε πανιά πλέοντας ήδη προς το θέρος, μας πρόσφερε από την αρχή κιόλας ένα τρανό παράδειγμα διλήμματος που καμιά φορά ανακύπτει όταν πρέπει να αποφασίσουμε ανάμεσα σε αυτό το «τι» που λέει ένα έργο τέχνης και στο «πώς» το λέει…

Το πρωτοφανέρωτο έργο των Κιρίλ Σερεμπρένικοφ και Μπόνταν Πανκρουχίν (ενός αντιφρονούντος, δηλαδή, και αυτοεξόριστου στη Γερμανία Ρώσου και ενός Ουκρανού), με τον περίεργο τίτλο «Βίι», ξεκινά από έναν σλαβικό λαϊκό θρύλο για κάποιο τρομακτικό πλάσμα που σκότωνε με τη ματιά του όποιον το θωρούσε και που χρησιμοποιεί κάπου ο Γκόγκολ για να μεταφέρει την εικόνα ενός αληθινού τέρατος που μπορεί σαν άλλη Μέδουσα να σε πετρώσει σήμερα από τον τρόμο αν τολμήσεις να το αντικρίσεις κατάματα: Τον πόλεμο στα παχιά χώματα της Ουκρανίας…

Αν και καλύπτεται με επίφαση συμβολισμού και αλληγορίας, στην πραγματικότητα πρόκειται για ευθεία (ευθύτερη δεν γίνεται) καταγγελία των απάνθρωπων συνθηκών που έχουν επέλθει στην ευρωπαϊκή χώρα λόγω της ρωσικής εισβολής πριν από ενάμιση χρόνο και που έχουν κάνει ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο να θυμηθεί τραύματα θαμμένα στα καλά σφραγισμένα υπόγεια της πρόσφατης μνήμης της.

Δεν είναι ευφημισμός, δεν είναι καλολογία, δεν είναι μεταφορά. Είναι ο δαίμονας του πολέμου που δεν ακούγεται πια μακρινός ή ξένος, λησμονημένος ή κοιμισμένος. Ανθρωποι που πριν από λίγους μήνες ζούσαν μια φυσιολογική ζωή, που σκέφτονταν την κανονικότητα για αξία και το μέλλον για δεδομένο, βρέθηκαν να ζουν με την ανάσα του κυνηγημένου και τον συριγμό του κυνηγού. Το «Βίι» μεταφέρει μπροστά μας τη σκοτεινή πραγματικότητά τους. Κι αν αυτό δεν είναι από μόνο του κάτι νέο ή πρωτότυπο -αλίμονο, πολύ σπουδαιότερα αντιπολεμικά έργα έχουν γραφτεί στο παρελθόν με αφορμή τις τακτικές αιματοχυσίες της ηπείρου μας–, όμως αυτό συμβαίνει τώρα κοντά μας, σε «εμάς» (αν θεωρήσουμε ότι αποτελούμε κάτι σαν ευρωπαϊκή ταυτότητα) και τώρα, μόλις που νομίζαμε ότι είχαμε αφήσει πίσω μας για πάντα το τέρας. Το Βίι σήκωσε τα βλέφαρά του και (μας) κοιτάει.

Σε κάποιο από τα υπόγεια στα οποία ζουν όπως-όπως οι αμυνόμενοι, με φακούς και τα απομεινάρια ενός πάλαι ποτέ ποδηλάτου περιπάτου (απομεινάρι μιας άλλης εποχής…), τρεις Ουκρανοί στρατιώτες έχουν συλλάβει έναν Ρώσο αιχμάλωτο. Δεν υπάρχει σε αυτούς ένδειξη ελέους ή έστω στρατιωτικής συμπεριφοράς – τις συνειδήσεις τους έχει κυριεύσει ένα μείγμα εκδίκησης και αγριότητας που ταιριάζει περισσότερο σε εμφύλιο σπαραγμό παρά στην τακτική σύγκρουση διαφορετικών εθνών.

Εκεί, λοιπόν, σε ένα κακοφωτισμένο υπόγειο, στον «βυθό» της ζωής στην Ουκρανία, θα αποφασιστεί η τύχη του απολύτως τρομοκρατημένου στρατιώτη. Κι όμως, με μια περίεργη στροφή –ρωσικής ψυχοσύνθεσης– για την τύχη του θα αποφασίσει τελικά ο παππούς της οικογένειας. Κι εκείνος, αντί άλλης τιμωρίας, θα επιβάλει στον αιχμάλωτο να διαβάσει στη νεκρή εγγονή του, μέσα στο φέρετρό της (!), ένα… βιβλίο. Το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σέξπιρ, στα βαριά αγγλικά του πρωτότυπου, στα ρωσικά ή στα ουκρανικά: Την ερωτική περιπέτεια των δύο νέων που θα μπορούσαν να ζήσουν την πιο όμορφη ιστορία αγάπης, αν το άδικο της μοίρας και η ηλιθιότητα των ανθρώπων δεν τους εμπόδιζε…

Κι έτσι, τη μία σπαρακτική σκηνή ενός πατέρα να στενάζει δίπλα στο φέρετρο της νεκρής κόρης του ακολουθεί η σκηνή της εισόδου του ίδιου του Βίι στο υπόγειο –του τέρατος που άμα το δεις πεθαίνεις–, με τα χαρακτηριστικά όμως μιας μαύρης κλοουνερί και στοιχεία επικού θεάτρου… Κι από εκεί μετά αρχίζει ο μονόλογος ενός Ουκρανού στρατιώτη που περιγράφει τη διαδικασία εκτέλεσης των αιχμαλώτων από τον εχθρό… για να ολοκληρωθεί, τέλος, η παράσταση με τον κοπετό του Ρώσου αιχμαλώτου, που σαν απόγονος εκείνου του φαντάρου που επέστρεψε κάποτε εξαντλημένος από την Τροία, θα αφηγηθεί κι αυτός από τη μεριά του σε ένα τηλεφώνημα προς τη μητέρα του τα βάσανα, την αθλιότητα, τον παραλογισμό και το αδιέξοδο του πολέμου. Στην ιστορία παρεμβάλλονται πρόσωπα του περιβάλλοντός, μια γυναίκα στην πατρίδα, που θα αποκαλύψει τα αληθινά κίνητρα των στρατιωτών που κινούν για το μέτωπο της Κριμαίας: φτώχεια, προπαγάνδα, φτηνή εξαγορά, κάποτε εμπέδωση του θεωρήματος που λέει ότι ο θάνατος του καθένα τους αξίζει περισσότερο από τη ζωή τους.

Από εδώ ίσως ξεκινάει το δίλημμα που μας καλεί να διαχωρίσουμε το «τι» από το «πώς». Για την ουσία του ίδιου του έργου δεν τίθεται λόγος – εκτός αν δεν θέλουμε να μετράμε με λάθος σταθμά το βάρος μιας τραγωδίας. Ομως από τη μεριά της δραματουργίας –από τη μεριά τού «πώς»– η κάποια κριτική που ακολούθησε την παράσταση αποκτά περισσότερα ερείσματα (αν και αμφιβάλλω αν έχει γι’ αυτό και περισσότερο νόημα). Περιέγραψα και παραπάνω ότι η μια σκηνή ακολουθεί την άλλη παρατακτικά, χωρίς να εντάσσεται σε κάποια συνεκτική ανέλιξη, γεγονός που πιθανόν να κούρασε ορισμένους, ειδικά όπως δεν ήταν απόλυτα κατανοητός ο λόγος για αυτήν την ασύντακτη παράθεση του δραματικού υλικού. Είναι ακόμη αλήθεια ότι καθώς η σκηνοθεσία του Σερεμπρένικοφ δεν αποφασίζει σε ποιο ύφος θέλει να καταλήξει –νατουραλισμός, αλληγορία, διδακτικό αντιπολεμικό δράμα;– στο τέλος καταλήγει να διασπά η ίδια το μήνυμά της σε ένα αισθητικό ζιγκ ζαγκ. Ενώ όντως θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει αρκετή μεροληψία στον τρόπο με τον οποίο οι πολεμιστές μιας χώρας αθωώνονται με το πρόσχημα της θυσίας τους για χάρη της πολύπαθης (αν και όχι λιγότερο κυνικής) οικογένειάς τους.

Υπάρχουν ίσως λόγοι για να συζητήσει κανείς τα επιμέρους της παραγωγής – ακόμα κι αν λίγα μπορούμε να πούμε για την ερμηνεία των ηθοποιών της (Filipp Avdeev, Bernd Grawert, Johannes Hegemann, Pascal Houdus, Viktoria Miroshnichenko, Falk Rockstroh, Rosa Thormeyer, Oleksandr Yatsenko) και για την όλη εκτέλεση σε επίπεδο σκηνικού χώρου (σκηνικά της Ελενα Μπουλοχνίκοβα, οι φωτισμοί του Σεργκέι Κούχαρ). Ομως το να σταθούμε σε αυτά και να απορρίψουμε το μήνυμά της εξαιτίας των όποιων αδυναμιών φανερώνει εκτός από στενόκαρδη στάση, φοβάμαι, και καθαρή έλλειψη κριτηρίου. Είτε μας άρεσε το «Βίι» είτε όχι, ο πόλεμος είναι εκεί και μας κοιτάει. Τα υπόγειά του αληθινά υπάρχουν, οι γυναίκες του αληθινά βιάζονται, οι αιχμάλωτοί του στην πραγματικότητα βασανίζονται, οι πολιτείες του αλήθεια ερειπώνονται… Δύο συγγραφείς από αντίπαλα στρατόπεδα συνεργάστηκαν με άξονα το κοινό μίσος για αυτόν τον πόλεμο και για εκείνον που τον προκάλεσε, και θέλησαν να φανερώσουν έτσι τη δύναμη των ανθρώπων να βρίσκουν την αλήθεια με το δίκιο τους.

Αυτό είναι το πλέον αν όχι και το μόνο σημαντικό εδώ. Εκτός αν έχουμε αποφασίσει να αντιμετωπίσουμε το «Βίι» με τον δικό μας τρόπο καθώς ανοίγει τα βλέφαρά του για να ρίξει ξανά το φονικό του βλέμμα: κλείνοντας εμείς τα δικά μας.