Αν ήταν χώρα, βρισκόσουν στα πόδια και ανέβαινες 500 χιλιόμετρα μέχρι τα χείλη. Γνωριμία σε συναυλία, χωρίς να ειπωθούν χιλιοειπωμένα αστεία για μπουγάτσες με τυρί και καλαμάκια. Απουσία κινητών, ο έρωτας τρεφόταν από την αναμονή. Το τέταρτο μπιπ του τηλεφώνου –αν και σταθερά ίδιο, το άκουγες να αντηχεί σε άδειο δωμάτιο– σηματοδοτούσε την αρχή της αγωνίας. Η αγαπημένη σου άγνωστη διέτρεχε μια άλλη πόλη και οι πεζοπορίες της έλαμπαν ασήμι, σαν τα σάλια που αφήνουν σαλιγκάρια στο πέρασμά τους. Παιδί σε ασβεστωμένους τοίχους προσπαθούσες να αποκωδικοποιήσεις τα κρυφά μηνύματα. Θα τηλεφωνούσες ξανά το απόγευμα.
Ανεβαίνεις στην ταχεία των 23.55, το πρωί θα είσαι εκεί. Καλύτερα να μιλάς με γενικεύσεις στην αρχή. Όχι κοντά σου, ούτε στην αγκαλιά σου, αλλά εκεί. Καλοκαίρι σε βαγόνι χωρίς κλιματισμό. Δεν είχαν προλάβει να το επιδιορθώσουν και θα ταξιδεύατε έτσι. Πήρες ένα μπουκάλι νερό και όσο γυρόφερνες τη γουλιά στο στόμα, τη σκεφτόσουν. Να έχει άραγε κοιμηθεί ή να έχει βγει με φίλους σε μπαράκια; Και ποιους; Σκουπίζεις τον ιδρώτα, Ιούνιος με καύσωνα. Ένας φαντάρος μπαίνει στο βαγόνι και σε βγάζει από τη βολή σου. Μια ξανθιά με πλατινέ μαλλί συμπληρώνει το τρίο. Δεν μιλάτε. Όλοι απασχολημένοι με τις πριν και τις μετά ζωές σας και η ζέστη δε βοηθάει. Απλώνετε τα κρεβάτια στο κουπέ, μήπως ο ύπνος σβήσει την αποπνικτική ατμόσφαιρα και ελαττώσει την απόσταση. Ο φαντάρος προθυμοποιείται να κοιμηθεί στο πάνω κρεβάτι, εσύ και η κοπέλα στα δυο κάτω. Ρίχνετε από πάνω το σεντόνι, περισσότερο σαν κάλυψη στην αδιακρισία του βλέμματος. Ο φαντάρος προτιμά το χιτώνιο. Άστεγοι που μοιράζονται έναν χώρο προσωρινά. Σκέψεις λιωμένες. Ο φαντάρος και η κοπέλα, ξεθεωμένοι απ’ τη ζέστη και την κούραση της μέρας, δεν αργούν να κοιμηθούν. Εσύ ζηλεύεις τα πρόσωπά τους που ξαναγίνονται παιδικά.
Το λίκνισμα του βαγονιού, αφού δε σου φέρνει ύπνο, προκαλεί εκνευρισμό. Σ’ ένα απότομο τράνταγμα, το χέρι του φαντάρου ξεφεύγει από το χιτώνιο και βρίσκεται κρεμασμένο στο κενό. Ένδειξη θανάτου σε καιρό πολέμου. Η παλάμη άβουλη ακολουθεί την ταλάντωση του συρμού. Η στροφή πλησιάζει και η κεντρομόλος το στέλνει ανεπαίσθητα στο μάγουλο της κοπέλας. Υποψία χαμόγελου. Τα δάχτυλα, σαν να έλκονται από μαγνήτη, χαρτογραφούν τα χείλη. Εστιάζεις στα πρόσωπα τους. Αναμφίβολα κοιμούνται. Αν το χάδι προκαλεί όνειρα, μπορεί να ονειρεύονται το ίδιο πράγμα. Βλέπεις τον αδιόρατο χορό που κάνουν χέρι και χείλη, αφού όταν το ένα απομακρύνεται, το άλλο κινείται προς το μέρος του. Και συνεχίζεται για ώρα πολλή. Όταν, σε επόμενο κραδασμό, ο φαντάρος θα μαζέψει το χέρι του, η παράσταση θα λάβει τέλος. Ίσως κοιμήθηκες κάποιες ώρες, ίσως πάλι και όχι. Φωνή από τα μεγάφωνα πως το τρένο πλησιάζει στον σταθμό της Θεσσαλονίκης. Η ζωή ξυπνάει σε βαγόνια και διαδρόμους. Ο φαντάρος βάζει το πουκάμισο μέσα από την πλατιά αμερικάνικη ζώνη, με μπλάνκο σημειωμένες η σειρά κατάταξης και η χρονολογία· παλιοσειρά, απολύομαι και τρελαίνομαι και άλλες τέτοιες φριχτές κοινοτοπίες. Η κοπέλα βγάζει ένα καθρεφτάκι από την τσάντα. Κοιτάζει με απορία το κραγιόν που έχει αποδράσει από την περιφέρεια των χειλιών, αλλά με σαλιωμένο δάχτυλο το διορθώνει. Δεν είναι λιγότερο ξένοι απ’ ό,τι χθες το βράδυ. Αρπάζεις τον σάκο και κατεβαίνεις.
Θα σε περιμένει στον σταθμό. Θα ακουμπήσεις το δάχτυλο στα χείλη της πριν τη φιλήσεις. Θα κάνετε έρωτα το μεσημέρι και μετά, τη στιγμή της ειλικρίνειας και χαλάρωσης, θα σου προτείνει να βρείτε μια πόλη κοινή –ίσως κλείνοντας τα μάτια και δείχνοντας τυχαία τον χάρτη–, να μετακομίσετε. Τη ρωτάς αν το εννοεί, σου λέει ναι, σε ρωτάει γιατί, της λες έτσι. Ξέρεις πως δε θα γίνει. Έχεις ακόμα πολλά να ζήσεις.
*Ο Γ. Καρκανεβάτος εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα «Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτά» από τις εκδόσεις Εστία (2023).
