Υπήρχε εξαρχής στην ατμόσφαιρα της Επιδαύρου το περασμένο διήμερο η προσμονή με τον «Ιππόλυτο» για κάτι σπουδαίο. Ο συνδυασμός του Εθνικού στην παραγωγή με τη διευθύντρια του Φεστιβάλ Κατερίνα Ευαγγελάτου στη σκηνοθεσία της παράστασης, μαζί με το ίδιο το έργο, που έρχεται από τα θεμέλια του θεσμού, και με κάτι άλλο ακόμη, αδιευκρίνιστο, που διαδίδεται στις μέρες μας και αφορά τη συσπείρωση του κόσμου γύρω από το θέατρο σαν πηγή αισιοδοξίας και ελπίδας –όλα οδήγησαν σε μια παράσταση που ξεπέρασε με μιας το στάδιο της επικαιρότητας και απέκτησε τα χαρακτηριστικά του «γεγονότος».
Ομως εκείνο στο οποίο πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας δεν αφορά την προσέλευση ενός τόσο μεγάλου κοινού ώστε να κάνει το κοίλον να υπερχειλίσει, ούτε την ίδια την επιτυχία της παραγωγής, που κράτησε τους μύριους θεατές της άφωνους για όσο διάστημα διήρκεσαν οι κακοτυχίες του ευριπίδειου ήρωα. Το σημαντικό αφορά ότι αυτά επιτεύτηκαν με μια αισθητική που ανήκει στο θεατρικό παράδειγμα του αιώνα μας. Είναι η δεύτερη φορά μετά την «Γκόλφω» του Εθνικού από τον Νίκο Καραθάνο που μια απόλυτα σύγχρονη μεταφορά, προκλητική σε μέσα και ανυποχώρητη σε διεκδικήσεις, αποδεικνύεται όχι μόνο δημοφιλής αλλά και ικανή να συγκινήσει, να παρασύρει και να κερδίσει το κοινό της Αργολίδας. Και κάτι τέτοιο διαβάζεται και αντίστροφα: ο «Ιππόλυτος» απέδειξε πως δεν υπάρχει τίποτα σύγχρονο που να απομακρύνει το «λαϊκό». Ας είμαστε αυθεντικοί στη δημιουργία μας, σοβαροί και δημιουργικοί στη σκέψη και στον τρόπο δουλειάς μας, και η Επίδαυρος θα βρεθεί εκεί για να μας αγκαλιάσει.
Γιατί η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει κάτι στον χώρο του σύγχρονου, «μεταδραματικού» θεάτρου που να μην έχει θέση στη διδασκαλία της Ευαγγελάτου. Ακούστε πρώτα τη μετάφραση του έργου από τον Κώστα Τοπούζη… πρόκειται στην πραγματικότητα για εκ μέρους της ευρεία διασκευή, που ξεκινά με τη γενναία παράλειψη χωρίων και φτάνει στην ελευθεριότητα, με κορυφαίο παράδειγμα τη Φαίδρα να πνίγεται ως άλλη αλλοπαρμένη από τον έρωτα Οφηλία, αντί να απαγχονίζεται, όπως θέλει ο Ευριπίδης. Η οπτική της Ευαγγελάτου θέλει από την άλλη να είναι πρωταγωνίστρια του Ιππόλυτου η Αφροδίτη και αυτό που βλέπουμε να είναι το δικό της βλέμμα στα ανθρώπινα, μέσα από τη συνεχή χρήση κάμερας και μια μεγάλη οθόνη ενταγμένη στο σκηνικό. Αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι παρά μια μετα-παράσταση, στημένη στην ορχήστρα εν αγνοία των προσώπων της, φτιαγμένη με τα υλικά της σκηνής και τα μέσα της οθόνης… Και τι πιο μεταδραματικό από αυτό;
Από εκεί και πέρα υπάρχει στην παράσταση άφθονη χρήση της ερωτικότητας και μια ελαφρά απόκλιση προς το camp, η τοπολογία της πολλαπλής εστίασης, άφθονη διακειμενικότητα αλλά και δια-παραστασιακότητα. Παρατηρήστε το τσιγάρο που κρατάει η Φαίδρα, δήλωση ίσως για κάποιον θεριακλή Αγγελιαφόρο που απασχόλησε παλιά το θέατρό μας…. ή δείτε τις ομαδικές ασκήσεις του αντρικού Χορού στο βάθος, σημάδι του Αλέξη Δαμιανού… ή τις οργιώδεις περιπτύξεις του Χορού, που μόνο αυτές λίγα μόλις χρόνια πριν θα ήταν ικανές να προκαλέσουν διαξιφισμούς στο κοίλον… Ξεπερνώ την απόλυτα απομυθοποιητική εικόνα της «Αφροδίτης» και το απογοητευτικό ήθος της θεϊκής παρέμβασης και φτάνω στη σκηνή όπου πατέρας (Θησέας) και γιος (Ιππόλυτος) πιάνονται στα χέρια και κυλιούνται στην ορχήστρα σε μια διόλου κολακευτική εκδοχή του μυθικού τους ειδώλου…
Κι όλα αυτά έτσι –για να χαρεί η θεά με τον ξεπεσμό μας… Οχι μόνο δεν είναι αυτή απλή ή βολική μεταφορά του Ευριπίδη, αλλά αντιθέτως αποτελεί σύνθετη, ιδιοσυγκρασιακή και ακραιφνώς καλλιτεχνική πρόταση. Και η στάση της «συντηρητικής» Επιδαύρου; Το κοινό των χιλιάδων θεατών να επευφημούν και να καλούν ξανά και ξανά τους συντελεστές της παράστασης στην ορχήστρα… Να νομοθετεί το ίδιο το κοινό και για λογαριασμό του θεσμού το μέλλον του.
Ο λόγος της πλατιάς αποδοχής του είναι και πάλι αυτός: πως η παράσταση σέβεται το αίσθημα και τη νοημοσύνη του. Οτι δείχνει να διαθέτει από την αρχή μέχρι τέλους συγκροτημένη σκέψη, ωριμότητα και συνέπεια στο τι θέλει να πει και στο πώς θα το μεταδώσει. Πως σκάβει τελικά ένα λαγούμι για να βγουν η ίδια και ο θεατής της στο ξέφωτο του ευριπίδειου στοχασμού.
Εδώ, στον Ευριπίδη, είμαστε λοιπόν… Να η θεά του έρωτα, εκπρόσωπος ενός κοσμικού συστήματος στο οποίο όχι μόνο δεν μπορούμε να στηριζόμαστε, αλλά το οποίο θα πρέπει να φοβόμαστε κιόλας… Ενα σύμπαν εκδικητικό και διεκδικητικό, κατώτερο ακόμα και από τους ανθρώπους που διαφεντεύει. Αλλά μήπως είναι καλύτεροι οι περίφημοι ήρωες του μυθικού κόσμου; Ενας Θησέας έτοιμος να στραφεί εναντίον του παιδιού του με τόση επιπολαιότητα ώστε να χάνει κάθε συμπάθεια. Κι από την άλλη, ένας μελλοντικός ήρωας, ο ίδιος ο Ιππόλυτος, να συμπεριφέρεται σαν γερο-πουριτανός, κάνοντας και αυτήν ακόμη την αγνότητα να στεγάζει μισογυνισμό και παραλογισμό. Η Φαίδρα θα μπορούσε να είναι η μόνη άξια του σεβασμού με τη στάση της στην κακοτυχία της (ο έρωτας πέφτει σε αυτήν σαν κατάρα), αν βέβαια δεν αποφάσιζε στο τέλος να στρέψει τον θάνατό της εναντίον ενός αθώου. Ή η Τροφός, που κινείται από ειλικρινή στοργή προς τη βασίλισσα, μα αποδεικνύει κι αυτή πόσο ατελή είναι τα ανθρώπινα.
Πόσο μακριά πέφτει από όλα αυτά ο Ευριπίδης των σοφιστών και του σπηλαίου; Πόσο μακριά και από μια Αρτεμη που βρήκε, λέει, τρόπο για να επαναφέρει την ισορροπία; Θα βρει λοιπόν κι αυτή κάποιον πιστό της Αφροδίτης και θα του δείξει αυτή…

Τίποτα από όλα αυτά δεν μένει κρυφό στην παράσταση της Ευαγγελάτου, όλα είναι διαφανή και αισθητά στους θεατές της. Το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη είναι μια κατ’ επίφαση «αρκαδική» τοποθεσία (ποταμάκι, σπαρτά, εξοχή), από την οποία έχει περάσει το φίλτρο της μεταφυσικής φάρσας του Μπέκετ. Η κατά κύριο λόγο ηλεκτρονική μουσική του Αλέξανδρου-Δράκου Κτιστάκη εργάζεται στη βάση ενός αισθήματος που θέλει να διαπερνά λέξεις και να μεταφέρει το άρρητο νόημά τους. Τα βίντεο του Παντελή Μάκκα δεν αποτελούν αποτύπωση του τι συμβαίνει, αλλά την ανασύνθεση της πραγματικότητας όπως οφείλουμε να τη δούμε. Η κίνηση του Aλέξανδρου Σταυρόπουλου αφορά κυρίως τον ανδρικό Χορό και μεταφέρει την αίσθηση ενός συνόλου με την ενέργεια της ηλικίας και την έλλειψη του προσανατολισμού της. Απλά και ουσιαστικά τα κοστούμια της Εύας Γουλάκου, σημαντικοί οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου στο να σχεδιαστεί η ατμόσφαιρα έκπληξης και δέους.
Η επιτυχία της Κόρας Καρβούνη βρίσκεται στο ότι ερμήνευσε μια Φαίδρα για την οποία κανονικά δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε ποτέ μια τέτοια τιμωρία: εσωτερικά συγκροτημένη, συνεπής, με αξιοπρέπεια και αίσθηση της θέσης της, κακοπαθαίνει ωστόσο από ένα γινάτι της θεάς. Αυστηρός Εξάγγελος ο Δημήτρης Παπανικολάου, πιθανόν σε σκηνικό διάλογο με την Τροφό της Μαρίας Σκουλά, που γίνεται άθελά της βασικός μοχλός της περιπέτειας. Ο Θησέας του Γιάννη Τσορτέκη είναι ένα πρόσωπο του πένθους και χάνει σε ένα γύρισμα της μοίρας όχι μόνο γυναίκα και παιδί, αλλά και το ίδιο το πρόσωπό του.
Η αληθινή πρωταγωνίστρια όμως, όπως είπαμε, είναι η Αφροδίτη (η Αρτεμις μετά) της Ελενας Τοπαλίδου. Η πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα θεότητά της μας κοιτά στα μάτια απειλητικά και στήνει την ιστορία της με κυνική ελαφράδα και ωμή αδιαφορία για τις συνέπειες. Ο Ιππόλυτος του Ορέστη Χαλκιά περνάει ξυστά από το μελοδραματικό ύφος του Ευριπίδη και σε μια δύσκολη ισορροπία καθιερώνει τον νέο ηθοποιό στην Επίδαυρο.
Ο Χορός των γυναικών, σε μία μάλλον άχαρη έκδοσή του, αποτελείται από τις Δάφνη Κιουρκτσόγλου, Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη, Ιωάννα Λέκκα, Αμαλία Νίνου, Μελίνα Πολυζώνη και Ηρώ Χαλκίδη. Οπως συνήθως, η Ευαγγελάτου αποδίδει τα μέγιστα σε αντρικά σύνολα. Ο Χορός της των Κυνηγών είναι δραματουργικά και σκηνικά λειτουργικός: Διαμαντής Αδαμαντίδης, Γιώργος Βασιλόπουλος, Κωνσταντίνος Γεωργαλής, Νίκος Γονίδης, Νίκος Γρηγοριάδης, Χρήστος Διαμαντούδης, Μάριος Κρητικόπουλος, Ηρακλής Κωστάκης, Αλέξανδρος Πιεχόβιακ, Αλέξανδρος Τωμαδάκης, Μάριος Χατζηαντώνη και Νικόλας Χατζηβασιλειάδης. Οι μουσικοί επί σκηνής είναι οι Γιάννος Γιοβάνος, Γιάννης Παπαδόπουλος, Βαγγέλης Παρασκευαΐδης και Σπύρος Πολυχρονόπουλος.
Ρυθμός, εικόνα, λόγος και σκηνικό συντελούν από κοινού σε ένα μετα-θεατρικό σύμπαν. Κάνουν την Επίδαυρο να πάρει ζωή με το βλέμμα στον θάνατο – και να ανεβεί προς τον Ανθρωπο παρατηρώντας την πτώση του.
