Αν κρίνω από τις πρώτες ζωντανές αντιδράσεις και τις εν θερμώ ανταποκρίσεις στα δίκτυα, το περασμένο διήμερο στην Επίδαυρο ήταν μάλλον βαρετό… Πού να βρεθεί το ενδιαφέρον όταν όλοι συμφωνούν με όλους πως η κάθοδος του μεγάλου Γερμανού σκηνοθέτη, του Φρανκ Κάστορφ, υπήρξε καθόλα άρτια, αποκαλυπτική, αναγεννητική για τη «Μήδεια», το αρχαίο δράμα και για το Φεστιβάλ γενικότερα, και στολίζουν με ενθουσιώδη επίθετα τη διασκευή του Ευριπίδη, τις ιδέες της σκηνοθεσίας, το σκηνικό της παράστασης και –πάνω από όλα– την παρουσία επί σκηνής των κορυφαίων Ελλήνων ηθοποιών που συνεργάστηκαν στον/στους ρόλο/ους της Μήδειας… Αν κάποιος μάλιστα συγκρίνει τις αντιδράσεις με εκείνες της περασμένης εβδομάδας, θα νομίζει πως τα πράγματα έχουν έλθει ανάποδα. Οσο αμφιλεγόμενη ήταν η Κιτσοπούλου με τους «Σφήκες», άλλο τόσο ο Κάστορφ με τη δική του «Μήδεια» αποδεικνύει τον κανόνα των ασκημένων στην αποδόμηση θεατών της Αργολίδας.
Μα αυτή τη φορά είναι αλλιώς, θα μου απαντήσουν. Είναι όμως; Η ορχήστρα της Επιδαύρου γέμισε με ένα σωρό πλαστικά σκουπίδια και σκηνές αστέγων, κάτω από τις σκαλωσιές μιας διαφημιστικής πινακίδας, στην κορυφή της οποίας κρεμόταν η σπασμένη επιγραφή της Coca-Cola… Μπουκάλια και δοχεία νερού, τεράστιοι σάκοι με υλικά ανακύκλωσης μας πηγαίνουν προφανώς στην «άκρη» της πόλης, εκεί όπου ζουν ο περιθωριακοί απόβλητοι της καπιταλιστικής πολιτείας… Κάπου εκεί θα ανεβεί η «Μήδεια», αλλά μη βιάζεστε ακόμη… θα προηγηθεί η εκτενής αναφορά στον Χάινερ Μίλερ, μαζί με ορισμένα μεταθεατρικά σχολιάκια σχετικά με την επαπειλούμενη διάρκεια της παράστασης, την περιβόητη δυσκολία της για τον απλό θεατή κ.λπ. Κι όταν ακόμη θυμηθούμε τον Ευριπίδη, το έργο του θα δώσει στον σκηνοθέτη μόνο έναν καμβά για να κεντήσει πάνω του ό,τι του έρχεται στον νου – και η αλήθεια είναι πως η «Μήδεια» φέρνει πολλά και διάφορα: ποιήματα και εκλάμψεις του Ρεμπό, μαρτυρίες του Εμφυλίου, ποικίλα πολιτικά σχόλια, απομνημονεύματα. Κι όσο για τη μουσική, ακούμε από Doors μέχρι Αρλέτα… Είναι ένα ερώτημα πώς συνδέονται όλα αυτά με το συγκεκριμένο έργο, κι αν δεν θα μπορούσαν να συνδέονται ομοίως και με κάθε άλλο κοντά σε αυτό: αν, για παράδειγμα, βλέπαμε την «Ηλέκτρα» στη θέση της «Μήδειας», τα ένθετα αποσπάσματα θα ήταν διαφορετικά;
Ας έμεναν τουλάχιστον σταθερά τα πρόσωπα του έργου… Οχι! Κάθε πρόσωπο διαλύεται σε πολλούς ερμηνευτές και όχι πάντα στους ίδιους, για να μη μιλήσω βέβαια για τη ρευστή απόδοση του φύλου και της ταυτότητας. Το πιο χαρακτηριστικό όμως στοιχείο βρίσκεται αλλού: ότι σε αυτή την Επίδαυρο, στην πραγματικότητα Επίδαυρος δεν υπάρχει. Στην πραγματικότητα, η διαφημιστική πινακίδα του σκηνικού επιτελεί χρέη γιγαντοοθόνης, όπου προβάλλονται σε ζωντανή κινηματογράφηση τα επεισόδια που λαμβάνουν χώρα όχι στην ορχήστρα, αλλά σε έναν κλειστό χώρο των παρασκηνίων. Εκεί λοιπόν κινηματογραφείται με κοντινά πλάνα και συνεχή κίνηση κάμερας ο διάλογος. Αυτό καταλαμβάνει ούτε λίγο ούτε πολύ τα δύο τρίτα της παράστασης – με άλλα λόγια, για δύο ώρες εμείς παρακολουθούμε στην οθόνη μια παράσταση που ήρθαμε να δούμε στην ορχήστρα.
Οπως είναι επόμενο και δεδομένης της μεγάλης –τρίωρης– διάρκειας, της ανοικονόμητης δραματουργίας, των άβολων καθισμάτων αλλά και της αφόρητης ζέστης, μου δημιουργήθηκε προσωπικά η ζωηρή εντύπωση ότι οι διπλανοί μου –των χαμηλών τουλάχιστον διαζωμάτων, γιατί εκείνοι των ψηλών είχαν αρχίσει να αποχωρούν από νωρίς– την τελευταία τουλάχιστον ώρα της παράστασης δυσανασχετούσαν και πως ελάχιστοι πλέον ήταν σε θέση να εμπλακούν στο θέαμα. Κι όμως, με έκπληξη διαπίστωσα πως ό,τι εγώ θεωρούσα ως εκδήλωση κορεσμού, υπήρξε μάλλον σημείο της γενικής αδυναμίας να κρατηθεί ο τόσος πια ενθουσιασμός, που κι αν δεν εκδηλώθηκε στο μάλλον χλιαρό χειροκρότημα του τέλους, αργότερα ωστόσο, όταν όλοι είχαν αφήσει την παράσταση πλέον ασφαλώς πίσω τους, αφέθηκε ελεύθερος να κατακλύσει το διαδίκτυο.
Μας αρέσει ή όχι, πρέπει να σημειώσουμε πως αυτή τη φορά δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε κανέναν για μιμητισμό ή αχώνευτες επιδράσεις. Ο Κάστορφ δεν έχει να μιμηθεί κανέναν – ό,τι είδαμε είναι απολύτως δικό του, σε σημείο που αν κάποτε διεκδικούσε τις πατέντες των τόσων σκηνικών επινοήσεών του, θα γινόταν αυτομάτως πλούσιος. Εχω μάλιστα την εντύπωση πως επιδίωξε ειδικά στην Επίδαυρο, σαν δείγμα σεβασμού προς τον χώρο και ευγνωμοσύνης για την πρόσκλησή του στο Φεστιβάλ, να συνθέσει μια «Μήδεια» που να μη γινόταν να είναι πιο «Κάστορφ» από ό,τι είδαμε. Γιατί ήταν σχεδόν τα πάντα εκεί: Η διάλυση του κειμένου με τις άπειρες, αόριστες αλλά και τόσο απρόσμενες και βαθιά δημιουργικές διασυνδέσεις του με άλλα κείμενα (και αυτά με άλλα και με άλλα, ώσπου να χαθεί ο ειρμός του νοήματος). Η αποσύνθεση ενός σκηνικού προσώπου και η ανασύνθεσή του σαν δυναμικό πλαίσιο στην εισαγωγή του καθαρού θεάτρου. Οι συνεχείς πολιτικές και φεμινιστικές σημάνσεις… Η χρήση της κάμερας –το απόλυτο αυτό σημείο του μεταδραματικού θεάτρου–, προκειμένου να πέσει ο τοίχος ανάμεσα στο είναι και στο φαίνεσθαι, στο μέσα και στο έξω (έτσι λειτουργούν και τα «παρασκήνια» που αναφέραμε παραπάνω). Η άρνηση των ορίων εντός του οποίου συμβαίνει το θέατρο. Ακόμα και το μπαλόνι που είδαμε να αφήνεται κάποια στιγμή στους ουρανούς της Αργολίδας, αποτελεί κι αυτό σήμα κατατεθέν της σφραγίδας του σκηνοθέτη…
Ας το θυμηθούμε λοιπόν. Πρόκειται για έναν αφάνταστα επιδραστικό σκηνοθέτη, αληθινό δάσκαλο της παγκόσμιας σκηνής. Κι αν δυσκολευόμαστε ακόμη μαζί του, υπάρχει ένας καλός τρόπος να τον πλησιάσουμε. Οταν, αντί να επιχειρούμε να εντοπίσουμε νοήματα στη «Μήδεια», αρχίσουμε να σκεφτόμαστε αντιστρόφως. Αν προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε αυτή τη Μήδεια σαν το σταθερό συστατικό τού έξω, ευμετάβλητου και τυχαίου, κόσμου. Η «Μήδεια», επομένως, δεν εντοπίζεται σε έναν καθορισμένο χώρο και χρόνο (ας πούμε στην Επίδαυρο και στο Φεστιβάλ), αλλά βρίσκεται διαλυμένη σε κάθε σκέψη για τον άνθρωπο και για τη θέση του στον κόσμο, για την ανάγκη του να ερωτευτεί, να επιβληθεί, να αγαπήσει και να σκοτώσει, στην ποίηση και την ιδεολογία, στη δύναμη και την αδυναμία. Γι’ αυτό η «Μήδεια» δεν είναι για τον Κάστορφ παρά μια ανοιχτή πρόσκληση για συνάντηση, ένα «φόρουμ» με θέμα ό,τι μπορούμε να σκεφτούμε με αυτήν σαν αφορμή.
Αυτό είναι και το τελικό ζητούμενο εδώ. Να δούμε το θέατρο σαν αφετηρία για ελεύθερη σκέψη, για την απελευθέρωσή μας από τα δεσμά της έξωθεν επιβεβλημένης, συστηματικής και ένοχα «πατριαρχικής» προσέγγισης των πραγμάτων. Η «Μήδεια» για τον Κάστορφ είναι τελικά –όπως όλες οι παραστάσεις του, κι αυτή εδώ στην Επίδαυρο σαν πιο λαμπερή από όλες τις άλλες– ένα μανιφέστο ελευθερίας.
Κι εκεί τελικά βρίσκεται και ο λόγος της συγκατάβασής μας. Ενα ανοιχτά επιθετικό θέατρο ως προς τη φόρμα αποκάλυπτε πίσω του μια εξίσου ανοιχτή πρόσκληση για διάλογο και αμοιβαία επικοινωνία.
Δεν φτάνει βέβαια μόνο αυτό. Φυσικά υπάρχει πιο πίσω η περιβόητη σοβαρότητα του γερμανικού νου σε ό,τι καταπιάνεται, ακόμα και στην εξέγερση ενάντια στη σοβαρότητα! Δείτε, για παράδειγμα, το σκηνικό. Τόσο ανατρεπτικό μα και τόσο εντυπωσιακό από μόνο του, ένα δαιμόνιο θεατρικό μα και μουσικό κουτί, που δημιουργεί αίσθηση και θόρυβο με το περπάτημα των ηθοποιών στην ορχήστρα. Ομως δίπλα στις ανανεωτικές εικόνες που πήραμε από την Επίδαυρο και κοντά στη νατουραλιστική προσέγγιση του κινηματογραφικού μέρους της, θα πρέπει να σημειώσουμε χωριστά την εξαιρετική παρουσία των Ελλήνων ηθοποιών. Η σύμπραξη έβγαλε κερδισμένες και τις δύο μεριές. Ειδικά οι Ελληνες καλλιτέχνες είχαν την ευκαιρία να δουν τα πράγματα από μια εντελώς νέα, δημιουργική σκοπιά, και χωρίς αμφιβολία έκαναν τους θεατές τους να νιώθουν περήφανοι με την επίδοσή τους: οι πολλές Μήδειες από τις Στεφανία Γουλιώτη, Σοφία Κόκκαλη, Μαρία Ναυπλιώτου, Αγγελική Παπούλια και Ευδοκία Ρουμελιώτη και ο ένας άνδρας από τους Αινείας Τσαμάτης, Νικόλας Χανακούλας, Νίκος Ψαρράς έπαιξαν σε διάφορους ρόλους, διαφορετικές ερμηνευτικές θέσεις και διαφορετικές συνθήκες. Και υπήρξαν σε όλες τις καταστάσεις άριστοι – η δε άρτια συνομιλία τους με τον Γερμανό σκηνοθέτη αποδεικνύει αν μη τι άλλο πως στη γλώσσα του θεάτρου μας έχουν πλέον εμφιλοχωρήσει γερμανικά φωνήματα.
Η «Μήδεια» του Κάστορφ αλλά και ο «Κάστορφ» της Μήδειας. Διπλό το κέρδος μας στην Επίδαυρο.
